Πέμπτη, 17 Ιουνίου 2021

Είναι η πατριαρχία, ηλίθιε…


Κάθε 25 Νοεμβρίου «εορτάζεται», μάλλον θα έλεγα υποκριτικά, όπως συμβαίνει άλλωστε σε πολλές τέτοιες περιπτώσεις, η Παγκόσμια Ημέρα Εξάλειψης της Βίας κατά των Γυναικών.

Τα στατιστικά στοιχεία όμως είναι αμείλικτα. Βρισκόμαστε στον 21ο αιώνα και ακόμη πολλές γυναίκες κακοποιούνται ή δολοφονούνται από το χέρι κάποιου άντρα. Μεταξύ των εγκλημάτων κατά των γυναικών, οι δολοφονίες, η ενδοοικογενεική βία, οι βιασμοί, η σεξουαλική παρενόχληση, το trafficking. 
Σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία της Ελληνικής Αστυνομίας την τετραετία 2014-2017 σημειώθηκαν 13.700 περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, με ποσοστό 70% των θυμάτων να είναι γυναίκες. Τα 3.134 από αυτά σημειώθηκαν μόνο μέσα στο 2017, με 4.243 θύματα συνολικά (Πηγή: Ιωάννα Ροτζιώκου- Εκπρόσωπος Τύπου της Ελληνικής Αστυνομίας, «Αθηναϊκό- Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων») και το 2018, οι γυναίκες που δολοφονήθηκαν από τους συζύγους ή τους συντρόφους τους ήταν 13, έναντι 7 το 2017 (Πηγή: Γρηγόρης Λέων- Πρόεδρος Ελληνικής Ιατροδικαστικής Εταιρείας, «Αμαρυσία»).
Επίσης, το ίδιο χρονικό διάστημα (2014-2017) 760 περιστατικά βιασμών ή απόπειρας βιασμού με τα θύματα βεβαίως στη συντριπτική πλειοψηφία τους να είναι και πάλι γυναίκες (Πηγή: Ιωάννα Ροτζιώκου- Εκπρόσωπος Τύπου της Ελληνικής Αστυνομίας, «Αθηναϊκό- Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων»).
Τέλος εφιαλτικά είναι τα αριθμητικά δεδομένα της εμπορίας ανθρώπων (human trafficking), καθώς στη διάρκεια της τετραετίας 2014-2017 έχουν καταγραφεί πάνω από 110 υποθέσεις εμπορίας ανθρώπων, με τις γυναίκες και τα κορίτσια να αποτελούν κατά προσέγγιση το 70% των θυμάτων.

Και φυσικά όλα τα παραπάνω αριθμητικά δεδομένα δεν αποτυπώνουν την πραγματική διάσταση του προβλήματος, δεδομένου πως δεν καταγγέλλονται ούτε φτάνουν στη δικαιοσύνη όλα τα περιστατικά, παρενόχλησης, βίας και κακοποίησης, ενώ αντίστοιχα το ποσοστό των γυναικών που σώζονται από το trafficking είναι εξοργιστικά μικρός. 
Ποιες είναι οι αιτίες όμως του φαινομένου της βίας κατά των γυναικών; Είναι ζήτημα μόνο κάποιων άρρωστων μυαλών; Η έκταση του φαινομένου μάλλον μας κάνει να σκεφτούμε πέρα και έξω από τη δομή της συγκεκριμένης προσωπικότητας που κακοποιεί ή δολοφονεί μια γυναίκα. Είναι κυρίως ζήτημα κουλτούρας, εκπαίδευσης και διαπαιδαγώγησης των δύο φύλων. Μια παράμετρο της κουλτούρας αυτής που έχει σημασία να φωτίσουμε είναι το φαινόμενο της πατριαρχίας, της πολιτισμικής έκφρασης ανωτερότητας, δηλαδή, του αντρικού φύλου και της πιστοποίησης της εξουσίας του έναντι των γυναικών.

Στην κουλτούρα αυτή ενέχει ο κίνδυνος οι γυναίκες να θεωρούνται και να γίνονται σκεύη ηδονής, κατώτερα πλάσματα που ο ρόλος τους επικαθορίζεται από τις βουλές των αντρών. 

Κι αν σας φαίνεται υπερβολικό, σταθείτε στο φαινόμενο του trafficking το οποίο ανθεί στην Ελλάδα -και στον δυτικό κόσμο γενικότερα – κατέχοντας την τρίτη θέση στην παγκόσμια κατάταξη του επικερδούς εμπορίου, μετά τα όπλα και τα ναρκωτικά.

Παρακάμπτοντας τα βαθύτερα αίτια του φαινομένου στέκομαι μονάχα στην αυξημένη ζήτηση που το συντηρεί. Αυτό σημαίνει πως στην Ελλάδα υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδες άντρες οι οποίοι αναζητούν να ικανοποιήσουν τις σεξουαλικές τους ορέξεις σε παράνομα πορνεία. Γίνονται έτσι -εκούσια, αλλά συνειδητά- συμμέτοχοι ενός εγκλήματος που συντελείται εις βάρος των γυναικών-θυμάτων πορνείας. Διότι αν παρακολουθήσει κανείς τις διαδρομές των κυκλωμάτων διεθνούς εμπορίας θα δει πως οι γυναίκες αυτές είναι σε απόλυτο βαθμό ελεγχόμενες και θύματα ενός οργανωμένου εγκλήματος, από το οποίο δεν μπορούν να ξεφύγουν. Δεν είναι εκεί με τη θέλησή τους δηλαδή. Όταν ο υποψήφιος πελάτης συμμετέχει, δεν πληρώνει απλά για να ικανοποιήσει τις σεξουαλικές του ορέξεις, αλλά συμμετέχει σε ένα έγκλημα. Και για μένα συμμετέχει με την ίδια ευθύνη που έχει και αυτός που οργανώνει το έγκλημα.
Προφανώς ο άντρας που θα αναζητήσει να κάνει έρωτα σε παράνομους «οίκους» δεν σκέφτεται όλα τα παραπάνω. Θέλει απλά να ικανοποιήσει τις ορέξεις του. Η κουλτούρα της «πατριαρχίας» ορίζει την ποιότητα της σεξουαλικότητας, της δίνει ένα επιθετικό πρόσημο σηματοδοτόντας τον άντρα-κυνηγό, ο οποίος θηρεύει το θύμα του. Ο άντρας θηρευτής ενδόμυχα μπορεί να αρέσκεται στην ιδέα της βασανισμένης γυναίκας που είναι εκεί παρά τη θέλησή της, στη γυναίκα θύμα. 

Όπου κυριαρχεί η πατριαρχική δομή οι διακρίσεις κατά των γυναικών είναι κατάφορα άδικες σε όλους τους τομείς της κοινωνικο-οικονομικής ζωής. Στη χώρα μας όπου η ισότητα είναι θεσμοθετημένη παρατηρούμε δυστυχώς ακόμη κάποια έντονα απομεινάρια της πατριαρχίας. Αυτά όπου υπάρχουν οδηγούν σε μια αρρωστημένη αρρενωπότητα η οποία εγκλωβίζει τον άντρα σε μια ψευδο-ανωτερότητα.
Μια επί της ουσίας ασθενική αρρενωπότητα η οποία ενισχύεται από τη βρεφική ηλικία των παιδιών. Εντείνεται ίσως ακόμη περισσότερο στην ελληνική περιφέρεια, στους μικρούς τόπους, στις κλειστές κοινωνίες, αλλά και σε κάθε είδους κλειστές οικογένειες, οι οποίες συντηρούν τα διαγενεακά πατριαρχικά πρότυπα, καλυμμένα πολλές φορές με ένα μανδύα νεωτερισμού. Όπου τέλος πάντων συντελείται η μεταφορά μιας κουλτούρας στη διαπαιδαγώγηση των αγοριών και των κοριτσιών όπου μέσα από απλές καθημερινές αντιλήψεις και συμπεριφορές μεγαλώνει τις διακρίσεις ανάμεσα στα δύο φύλα.
Μιας κουλτούρας όπου παραδείγματος χάρη ο γιος μπορεί να βρίζει, να δοκιμάζει αλκοόλ από πολύ μικρός, να οδηγεί πριν κλείσει το νόμιμο όριο ηλικίας και φυσικά δίχως δίπλωμα οδήγησης. Όταν ο γιος βγαίνει στο απυρόβλητο στους καβγάδες με τις αδελφές του, οι οποίες πάντα φταίνε. Όταν στα αγόρια οι γονείς είναι περισσότερο επιεικείς με τις αταξίες τους, είναι πιο επιτρεπτικοί στις ριψοκίνδυνες συμπεριφορές τους και φυσικά καμαρώνουν όταν ο έφηβος γιος τους κάνει σεξ, ενώ ανησυχούν και τρομάζουν αντίστοιχα με την έφηβη κόρη τους.
Ακόμη και ο διαχωρισμός των παιχνιδιών σε αγορίστικα και κοριτσίστικα είναι από ένα σημείο και πέρα δια-σχιστικός. Των αγοριών ενέχουν τη βία και την επιθετικότητα, ενώ των κοριτσιών τη φροντίδα και τη νοικοκυροσύνη.  
Ο αμοιβαίος σεβασμός και η ισότητα χάνεται ακόμη και στις απλές αρμοδιότητες του νοικοκυριού: ο άντρας που διαφεντεύει και η γυναίκα που αρέσκεται στην υπηρεσία των υπολοίπων μελών της οικογένειας. Η γυναίκα που εργάζεται σκληρά έξω από το σπίτι και έχει την υποχρέωση να εργάζεται το ίδιο σκληρά και μέσα στο σπίτι.
Η αρρενωπότητα και η θηλυκότητα σαφώς έχουν τη δική τους σημασία και αξία. Δεν είμαστε ίδιοι, είμαστε όμως ίσοι, ισότιμοι. Η φύση των δύο φύλων είναι ίδια, είμαστε το ίδιο άνθρωποι, το μόνο που αλλάζει είναι οι κατασκευές με τις οποίες έχουν εμποτιστεί κοινωνικο-ιστορικά οι έννοιες «άντρας» και «γυναίκα». 

Λέμε λοιπόν φωναχτά:
Όχι στην πατριαρχία
Όχι στην έμφυλη βία
Όχι στην ένοχη σιωπή
Ναι στην ισότητα 
Ναι στην υγιή διαφοροποίηση των δύο φύλων

Τετάρτη, 16 Ιουνίου 2021

Ρεαλισμός, η νέα ουτοπία


Η στροφή προς το ρεαλισμό οδηγεί στην ουσία στην ανάδειξη μιας νέας ουτοπίας. Η ρεαλιστική θέαση της ουτοπίας δημιουργεί το πλαίσιο των κοινωνικών – ανθρωπιστικών επιδιώξεων, περιγράφει με άλλα λόγια το όραμα της συλλογικής και κατά συνέπεια της ατομικής ζωής. 
Η ουτοπική θέαση της κοινωνίας έχει υποστεί πλήθος ματαιώσεων και βρίσκεται σε μια διαρκή κι αέναη πάλη με τις αντίρροπες δυνάμεις της που δεν είναι άλλες από τις δυστοπικές εκφάνσεις του κόσμου μας. Γιατί η ουτοπία μπορεί να μην είναι προορισμός αλλά είναι σίγουρα ένα ευτοπικό ταξίδι που επιχειρεί να προσθέσει στις προηγούμενες κατακτήσεις τις δικές του, με κατεύθυνση προς την ελευθερία, την ισονομία και την δικαιοσύνη αυτού του κόσμου, έννοιες που διατρέχονται από ένα σύγχρονο προβληματισμό, την αποκατάσταση του κλίματος με ότι συνεπάγεται αυτό για τους μετασχηματισμούς της ανθρώπινης δραστηριότητας.
Αν ο άνθρωπος δεν συνειδητοποιήσει την αυτοάνοση ασθένεια της κλιματικής επιβάρυνσης από τις ίδιες του τις δραστηριότητες κινδυνεύει να αφανιστεί ο ίδιος κι όχι φυσικά ο πλανήτης, όπως πολύ άστοχα πιστεύουμε οι άνθρωποι. Έφτασε ως εκεί η ναρκισσιστική μεγαλομανία μας να πιστεύουμε πως απειλείται ο πλανήτης κι όχι εμείς: φτάνει όμως να δει κάποιος εικόνες από την περιοχή του Τσέρνομπιλ για να πειστεί για το αντίθετο, εκεί η φύση βρίσκει ξανά τους ρυθμούς της και φαίνεται πως έχει ανασάνει δίχως την ανθρώπινη παρουσία. 
Η συνειδητοποίηση του κινδύνου της υπαρξιακής απειλής του είδους μας από τις δικές του παρεμβάσεις ίσως αποτελέσει και το έναυσμα προς την αυτοσυνειδησία του ως συλλογικό υποκείμενο. Σε κάποιες ταινίες επιστημονικής φαντασίας παρατηρούμε την ανθρωπότητα ενωμένη για να υπερασπιστεί τον εαυτό της από τις εχθρικές επιθέσεις άλλων όντων του διαστήματος, ισχυρότερων και περισσότερο τεχνολογικά αναπτυγμένων από μας. Φανταστείτε αυτή την ενότητα και την συνεκτική συλλογική ταυτότητα (της έννοιας ανθρωπότητα) δίχως τους εξωγήινους κινδύνους; Μοιάζει Καφαβική ειρωνεία, μα αντιστοίχως και υπαρξιακή αναγκαιότητα.

Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ' τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.
Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μιά κάποια λύσις.

(Κωνσταντίνος Π. Καβάφης - Περιμένοντας τους Βαρβάρους)

Η ενιαία ανθρωπιστική αντίληψη της συλλογικής μας ταυτότητας φυσικά διαπερνά τις έννοιες της παραγωγής και της κατανάλωσης. Καθώς φαίνεται ο σύγχρονος δυτικός καπιταλισμός αναγνωρίζοντας τα όρια του κατευθύνεται -προκειμένου να επιβιώσει- στην αυτοοργάνωσή του σε κινέζικου τύπου οργανωτικές αρχές της οικονομίας και κατά συνέπεια των κοινωνιών. Σήμερα στην Αμερική το 90% του πλούτου είναι συσσωρευμένο στο 10% του πληθυσμού, δημιουργώντας μια εξόφθαλμα κακόσημη συνθήκη, που για να διατηρηθεί αυτό το 10% ήδη εργάζεται προς αυτή την κατεύθυνση. Στην ουσία ο φιλελεύθερος καπιταλισμός λειτουργεί διασπαστικά δημιουργώντας επαναλαμβανόμενες κρίσεις κεφαλαιακής επάρκειας και μέσα από αυτές να λειτουργεί ως μηχανισμός συγκέντρωσης του κεφαλαίου, να μετασχηματίζει την παραγωγική ισχύ σε εξουσία και να εντείνει τις ανισότητες, αποβάλλοντας ουσιαστικά μέρη του πληθυσμού από την κοινωνική ζωή. Η συμπίεση της λεγόμενης μεσαίας τάξης που λειτουργούσε κατευναστικά στην πρότερη καπιταλιστική φάση δημιουργεί δύο αντιθετικούς κοινωνικούς πόλους και στην ουσία μεγαλώνει την ψαλίδα μεταξύ φτωχών και πλουσίων. Ενάντια σ’ αυτή την «κινεζοποίηση» της αγοράς και της ζωής μας, έχουμε να αγωνιστούμε για τη διαμόρφωση ενός νέου μοντέλου ανάπτυξης, εργασίας και κοινωνικής συγκρότησης, με κυριαρχία των ηθικών αρχών, την επαναφορά της τοπικότητας (ως ενίσχυση της δημοκρατίας) και της μεσότητας ή αλλιώς της αυτάρκειας. Το αξιακό σύστημα των ανθρώπων χρειάζεται να δανειστεί από τη φύση τη σοφία της και να επανασχηματίσει τις προτεραιότητές του. Στην ουσία οι κατευθύνσεις είναι δύο: προς την διόγκωση των ανισοτήτων ή προς την διεύρυνση των κοινωνικών δυνατοτήτων προς μια ουτοπική συλλογική πορεία της ανθρωπότητας. 

Τι ρόλο λοιπόν μπορεί και είναι ανάγκη να παίξει η ψυχοθεραπεία σε αυτή τη νέα εποχή; Η ψυχοθεραπεία χρειάζεται να γίνει περισσότερο «κοινωνιολογική», ερμηνευτική και αναλυτική. Να στοχεύει στην ερμηνευτική ανάλυση της κοινωνικής πραγματικότητας, μέσω της οποίας θα επιχειρεί να μεταφέρει ένα μήνυμα που θα δράσει καταλυτικά στην ζώσα πραγματικότητα των θεραπευόμενων. Ο ψυχοθεραπευτής γίνεται στην ουσία ενδιάμεσος μεταξύ εαυτού και κόσμου, μια γέφυρα που δύναται να ενδυναμώσει τους δεσμούς μεταξύ του εσωτερικής και εξωτερικής πραγματικότητας του υποκειμένου. Η καταλυτική αυτή συνεισφορά του θεραπευτή απαιτεί την αυθεντική του στάση, καθώς και τη συνεχή αναζήτηση του εαυτού ως άλλο, δηλαδή της αναζήτησης του κόσμου ως γνώση του εαυτού. Η σχέση αυτή μεταφέρει σε όλα τα πεδία νέες αντικειμενικές αλήθειες ως υποκειμενικά βιώματα και επιτρέπει την ανάπτυξη της ατομικής ελευθερίας μέσα σε ένα πλαίσιο μιας οργανωμένης συλλογικής αίσθησης.
Η ψυχοθεραπεία έχει ένα ρόλο πολιτικό, συγκεφαλαιωτικό και συνάμα κοινωνικοποιητικό, δηλαδή να υποστηρίξει το υποκείμενο στην προσπάθειά του να ξεφύγει από τη φάση του  καταναλωτή και τις νευρώσεις που αυτή παρήγαγε και να γίνει δημιουργήσει ένα πιο υγιές πλαίσιο αυτοαναφορικότητας.   

Η πανδημική κρίση του covid-19 φέρνει με ένταση στην επιφάνεια μια διπολική αντίφαση που συνοδεύει όλες τις μεγάλες κρίσεις, ατομικές ή συλλογικές. Η κρίση, αφενός, λειτουργεί ως εξωτερικός πυροκροτητής μιας νοηματικής ζύμωσης και εν τέλει της παραγωγής νέων σχημάτων και συμπεριφορών και, αφετέρου, ως επιτελεστική κατασκευή των ίδιων των νοηματοδοτήσεών μας, συχνά, μάλιστα, νοηματοδοτήσεων που προϋπάρχουν και απλώς ενεργοποιούνται ξανά εκ των υστέρων. Η τωρινή κρίση να λειτουργήσει διαμεσολαβητικά μεταξύ του ανθρώπου και του μη ανθρώπινου. Ενάντια επομένως στην διχαστική κατεύθυνση της ελιτίστικης αντίληψης για την κοινωνική συγκρότηση έχουμε την ευθύνη να προτάξουμε ένα άλλο μοντέλο κοινωνικής αναφοράς. Η ουτοπία είναι μπροστά μας ως ενδεχόμενος προορισμός και η ενδεχομενικότητά της θα παραμένει ρυθμιστής αυτής της πορείας. Ο νέος προορισμός απαιτεί μια εξάρθρωση προς το πραγματικό, μια στροφή προς ένα νέο ρεαλισμό, ο οποίος με κριτικό αναστοχασμό θα ακολουθεί τις αιτιακές εξηγήσεις των κοινωνικών φαινομένων και θα συγκεφαλαιώνει τις υποκειμενικές εκφάνσεις με το κοινωνικό γίγνεσθαι. 


Τρίτη, 1 Ιουνίου 2021

Η ταυτότητα του υποκειμένου και ο κοινωνικός δεσμός στην εξελικτική συστημική προσέγγιση


Σύμφωνα με τον Erikson (1968), η ταυτότητα είναι ένα αίσθημα ενότητας και συνέχειας που μπορεί να αναχθεί στο συνεχές αίσθημα του να είναι κανείς ο εαυτός του. Το «αίσθημα» αυτό αναφέρεται περισσότερο σε μια υπαρξιακή ενοποίηση του ατόμου που το κάνει να μη συγχέεται με τους άλλους. Η ταυτότητα, ως επιβεβαίωση της μοναδικότητας, είναι πάντα στα όρια της ύπαρξης του άλλου. Είναι μια κατασκευή που ενοποιεί την πρόθεση του υποκειμένου με το βλέμμα των άλλων, το κοινωνικό βλέμμα. 
 
      Ο άνθρωπος είναι κοινωνικό όν ή, με άλλα λόγια, είναι πολιτικό ζώο (Αριστοτέλης). Εγγράφεται πριν καν γεννηθεί στο υφάδι της γλώσσας, ως ομιλών και ομιλούμενος, παίρνει το όνομά του από τους άλλους με βάση τη γενιά του, τους γονείς του, το περιβάλλον που μιλάει την ίδια γλώσσα με αυτόν, με βάση την αφομοίωση των προτύπων, αναγνωριζόμενος μέσα σε αυτά, ενώ συγχρόνως υποκρίνεται ότι βρίσκει διέξοδο για να εκφράσει τη μοναδικότητά του. Αυτή η μοναδικότητα τείνει να γίνει έλλειψη και διάψευση, μέσα από μια μη αντιστρέψιμη και αμείωτη αλληλεπίδραση μεταξύ ναρκισσιστικού και συλλογικού και αυτό καθιστά την ταυτοτική προβληματική μια ψυχοκοινωνική προβληματική (Jacuqeline Barus-Michel, 2005). 
 
     Μια πρώτη όψη της ταυτότητας έχει να κάνει με το έκδηλο. Αυτό που προσφέρει μια κωδικοποιημένη αναπαράσταση του εαυτού. Είναι αυτό που θεσμοθετεί το άτομο και συνεπώς το εγγράφει και το προσδιορίζει μέσα σε ένα σύστημα αντικειμενικών και κοινωνικών επισημάνσεων, οι οποίες υπάρχουν καθ’ αυτές, ανεξάρτητα από την υποκειμενική επεξεργασία στην οποία το άτομο τις υποβάλλει και ανεξάρτητα από ό,τι αισθάνεται γι’ αυτές (Bourdieu, 1999). Η ταυτότητα του υποκειμένου είναι επίσης μια αναπαράσταση του Εγώ, μια υποκειμενική κατασκευή που εγγράφεται σε μια χρονικότητα. Η διεργασία αυτή είναι εν μέρει ασυνείδητη και στόχος της είναι η παραγωγή νοήματος από υλικά αντλούμενα από τα ψυχικά και κοινωνικά αποθέματα. Έτσι η ταυτότητα συμπεριλαμβάνει δύο εγγραφές: Η μια, κωδικοποιημένη, σχετίζεται με έναν ορισμό του εαυτού ο οποίος συνδέεται με τυπικά χαρακτηριστικά και μπορεί να έχει υποστεί μεταβολές, επιρροές από το εξωτερικό και που μπορεί να είναι επενδυμένος ή απορριπτέος. Η άλλη είναι μια συνεχής και εσωτερική διαδικασία διευθετήσεων σε σχέση με το περιβάλλον, που επιβεβαιώνει ένα αίσθημα ύπαρξης, ενώ συγχρόνως αναζητά νόημα και συνοχή (Bruner, 1997). Οι δύο εγγραφές αθροιστικά δίνουν τη δομητική και υπαρξιακή διάσταση της ταυτότητας και συνιστούν την έννοια του υποκειμένου. Με άλλα λόγια, όπως αναφέρει ο Morin, το τι είναι υποκείμενο προϋποθέτει ένα άτομο αλλά η εικόνα ενός ατόμου δεν αποκτά νόημα παρά μόνο αν εμπεριέχει την έννοια του υποκειμένου· μια θεμελιακή ιδιότητα του οποίου είναι η ικανότητά του να αντικειμενοποιεί, αρχής γενομένης από την ικανότητα να αντικειμενοποιείται το ίδιο, να αναγνωρίζει τον εαυτό του (Morin, 2005). 
   
   Όμως το υποκείμενο δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα της ιστορίας του –των ενδοψυχικών και κοινωνικών εγγραφών- είναι και ο δημιουργός της. Δομείται ανάλογα με τους τρόπους που οικειοποιείται τα κοινωνικά αντικείμενα που συναντά, επιλέγει ή δημιουργεί (Κατάκη, 2008). Η ταυτότητα του υποκειμένου συνίσταται σε κατασκευασμένες, αποδεκτές και επιλεγμένες αναπαραστάσεις μέσα από ψυχικές και κοινωνικές δυναμικές στις οποίες εμπλέκεται το υποκείμενο (Ναυρίδης, 1997). Μπορεί κανείς να σκεφτεί ότι αυτή η ταυτότητα, όσο και αν είναι φύσει εξελίξιμη, παρουσιάζεται κάθε φορά με διαφορετικό πρόσωπο, ανάλογα με το πλαίσιο και το περιβάλλον, παρά το ότι το υποκείμενο τείνει να τα συγκεράσει. Αν περάσουμε στο χώρο της κοινωνικής ψυχολογίας, η ταυτότητα δεν είναι κάτι το δεδομένο αλλά ένα σύνολο αναπαραστάσεων που αφορούν το πρόσωπο (Παπαστάμος, 2008). Όταν το πρόσωπο ερωτάται ή διερωτάται για την έννοια του χαρακτηρισμού και της μοναδικότητας, προστρέχει στις αναπαραστάσεις αυτές. Τα αισθήματα αυτοαποδοχής, αβεβαιότητας ή και δυσφορίας προσδιορίζουν τη δυνατότητα ή την αδυναμία απάντησης. Το κοινωνικό περιβάλλον μπορεί να αντιτίθεται ή να απειλεί την ταυτότητα, είτε επειδή την αμφισβητεί και της αντιτίθεται είτε επειδή ευνοεί την επιβεβαίωσή της και τα στηρίγματά της. Μετά από αυτήν τη διεργασία, η ταυτότητα όχι μόνο δεν αποτελεί σταθερό δεδομένο αλλά εγγράφεται σε μια ιστορία, τη δική μας ιστορία και την ιστορία των ανταλλαγών μας με το περιβάλλον (Bruner, 1997). Για το λόγο αυτό μιλάμε για ταυτοτική διαδικασία και όχι για ταυτότητα, για διεργασίες υποκειμενοποίησης και όχι για υποκείμενο. 
   
Αυτή η διαδικασία επηρεάζεται ποικιλότροπα από κινήσεις του κοινωνικού πεδίου, ανάλογα με τις εξελίξεις που προτείνονται ή τις ρωγμές που επιβάλλονται, τις οποίες αποδυναμώνουν ή πολλαπλασιάζουν τα στηρίγματα και οι αποδοχές. Η διαδικασία συγκρότησης της υποκειμενικότητας, σε ένα πλαίσιο κοινωνικής αστάθειας και μεταβολής, μπορεί να καταστεί ιδιαίτερα εύθραυστη και να κατακερματιστεί (Κατάκη, 2008). Όταν αναφερόμαστε σε κατακερματισμό, εννοούμε ότι στην προσπάθεια αυτή για προσδιορισμό και εξοικείωση του εαυτού υπάρχει κίνδυνος να δημιουργηθεί ασυνέχεια, ότι μπορεί να υπάρξει σοβαρή ρήξη ανάμεσα στην επιθυμία αποδοχής και στις δυνατότητες πραγμάτωσης. Η ρήξη αυτή γίνεται παράγοντας μείωσης της εσωτερικής βεβαιότητας και της δυνατότητας των κοινωνικών δεσμών.
   
   Η παραπάνω ρήξη προσδιορίζεται σαφώς από την κοινωνική εξέλιξη και το πέρασμα στην υπερνεωτερικότητα. Από μια συνθήκη, δηλαδή, όπου «οι ευρωπαϊκές κοινωνίες βρίσκονται σε μια ενδιάμεση κατάσταση: τα ερείπια της βιομηχανικής κοινωνίας, εδαφικά προσδιορισμένης, πειθαρχικής, νεωτερικής, ιεραρχημένης, συνυπάρχουν με την ανάπτυξη της ρευστής, παγκοσμιοποιημένης, πολυκεντρικής, υπερνεωτερικής κοινωνίας» (Vincent de Gaulejac, 2010:43). Σύμφωνα με τον ίδιο συγγραφέα στην υπερνεωτερική κοινωνία «αυτοπροσδιορίζεται κανείς περισσότερο ως εξαίρεση παρά ως όμοιος… Το άτομο οφείλει να πραγματώνεται να γίνεται ο εαυτός του ανεξάρτητα από τις αντικειμενικές συνθήκες που διευκολύνουν ή εμποδίζουν την επιτυχία…το άτομο καθίσταται υπεύθυνο της επιτυχίας ή της αποτυχίας του. Η καταγγελία των αντικειμενικών ανισοτήτων υποχωρεί ενώπιον των ατομικών ελλείψεων και ανικανοτήτων» (Vincent de Gaulejac, 2010: 39). Ο κόσμος της υπερνεωτερικότητας φαντάζει αμείλικτος, είναι όμως παράλληλα αυτός στον οποίο ο άνθρωπος μπορεί να εκφράσει την ελευθερία του. Η δυιστική αυτή αντίληψη μαρτυρά μια αλλαγή εγγραφής του υποκειμένου στον κοινωνικό δεσμό· η αλλαγή αυτή καθιστά σαφές πως οι νέες μορφές με τις οποίες εμφανίζονται τα φαινόμενα των ψυχικών δυσλειτουργιών προέρχονται από τη δυσκολία σύνδεσης του «είναι» με τον κοινωνικό δεσμό, και την παράλληλη αγωνιώδη απόπειρα συγκρότησης της υποκειμενικότητας. 

   Στο παρών κείμενο επιχειρούμε μέσα από βιωμένες εμπειρίες κρίσεων και ρήξεων στη ζωή των υποκειμένων με συμπτώματα ψυχικών δυσλειτουργιών, να οδηγηθούμε σε ένα στοχασμό αναφορικά με τις ιδιαιτερότητες των σύγχρονων υποκειμένων –των υποκειμένων της υπερνεωτερικότητας- τα οποία διερωτώνται για τη συνοχή τους, την υπαγωγή τους και τα σχέδιά τους, μέσω των οποίων αναζητούν αναγνώριση και νόημα, όπως επίσης, μονιμότητα και συνοχή, στοιχεία απαραίτητα για την ψυχική στήριξη και τη συγκρότηση του εαυτού ως υποκείμενο. 
    Πριν απ’ όλα, όμως, ας επιχειρήσουμε μια πρώτη ανίχνευση της διαμόρφωσης του υποκειμένου όπως αυτή διατυπώθηκε από τις κυριότερες αναπτυξιακές θεωρίες. Καταρχήν οφείλουμε να επισημάνουμε πως από όλες τις αναπτυξιακές θεωρίες έχει επισημανθεί η σημασία της οικογένειας για την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη της προσωπικότητας (Lawrence Pervin – Oliver John, 2001). Παρόλο που κάθε θεωρητική προσέγγιση τονίζει διαφορετικές διεργασίες και δομές, η οικογένεια θεωρείται ο κυρίαρχος παράγοντας στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του ατόμου (Giddens, 2002). Η κλασική ψυχαναλυτική θεωρία, όπως εκφράστηκε με τις θέσεις του S. Freud αρχικά και της κόρης του, A. Freud, στη συνέχεια, καθώς και η νεότερη προσέγγιση στο χώρο της ψυχανάλυσης, η θεωρία της σχέσης με το αντικείμενο, τονίζουν ιδιαίτερα τη σημασία της σχέσης του παιδιού με τη μητέρα κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής του για τη μετέπειτα ψυχοκοινωνική ανάπτυξη και προσαρμογή (Παπαδιώτη-Αθανασίου, 2000). 

   Η A. Freud (ό.π.) αναφέρει ότι το νεογέννητο παιδί είναι ένα «ακοινώνητο» ον. Δεν έχει αναπτύξει ακόμη τις κοινωνικές δυνάμεις που ελέγχουν τον εαυτό. Κυριαρχεί το ένστικτο της ευχαρίστησης και της αποφυγής δυσάρεστων εμπειριών. Το έργο για τη διαμόρφωση του ακατέργαστου αυτού υλικού σε ένα κοινωνικοποιημένο μέλος της κοινωνίας το επιτελούν κατά κύριο λόγο οι γονείς. Τα βρέφη, όπως αναφέρουν οι Nichols και Everett (1986), δε γίνονται αυτόματα ολοκληρωμένες προσωπικότητες. Διαμορφώνονται επίπονα και σταδιακά, μέσα από τις στάσεις και τα έργα των γονιών τους, που είναι και οι πρώτοι φορείς της κοινωνικοποίησής τους. Η διαδικασία διαμόρφωσης της προσωπικότητας είναι διαρκής, όπως υποστηρίζεται στην αναπτυξιακή θεωρία του Erikson (1968). Παρά ταύτα, ο «σκληρός πυρήνας» αυτής της προσωπικότητας διαμορφώνεται τα πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού, όταν κυρίαρχο ρόλο στην κοινωνικοποίησή του έχουν οι γονείς του. 

   Με βάση την συστημική προσέγγιση, όσον αφορά την ηλικία στην οποία ολοκληρώνεται η διαμόρφωση της προσωπικότητας, οι Nichols και Everett (1986), θεωρητικοί και θεραπευτές στο χώρο της συστημικής θεώρησης, αναφέρουν ότι η προσωπικότητα, όπως όλα τα ζωντανά συστήματα, είναι ένα ανοιχτό σύστημα. Ένα ζωντανό σύστημα επιβιώνει όταν τα όρια του είναι ανοιχτά και επιτρέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών, τη μετακίνηση πληροφοριών προς το σύστημα και έξω από αυτό. Υπάρχει μια συνεχής διεργασία ανταλλαγής μεταξύ του εσωτερικού ανθρώπινου δυναμικού και του εξωτερικού κοινωνικού περιβάλλοντος. Υπάρχει ένα σύστημα συνεχούς αλληλεπίδρασης και επανατροφοδότησης μεταξύ του εαυτού και των άλλων. Με βάση αυτήν τη συνεχή αλληλεπίδραση η προσωπικότητα διαμορφώνεται καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής. Η θέση αυτή δεν αναιρεί την ύπαρξη κάποιων σταθερών που χαρακτηρίζουν διαχρονικά τον εαυτό. Σε όλη αυτήν τη διαδρομή, παρότι υπάρχει μια συνέχεια στην εξέλιξη (Bezevegis, 1997) και μια συνέχεια στην ποιότητα προσαρμογής του παιδιού σε κάθε αναπτυξιακό στάδιο (Μόττη-Στεφανίδη, 1997), το πλαίσιο εξακολουθεί να επηρεάζει σημαντικά τόσο τη συνεχή τροποποίηση χαρακτηριστικών της προσωπικότητας όσο και την έκφραση των ήδη υπαρχόντων. 
   
     Στις αρχές του 1970 εμφανίζεται ένα πλήθος νέων ιδεών, που προσπαθούν να εκφράσουν με διαφορετικό τρόπο η κάθε μια, αυτό το ρόλο του «πλαισίου» ως καθοριστικού παράγοντα της γνωστικής ανάπτυξης του ανθρώπου (Κακούρος – Μανιαδάκη, 2003). Οι απόψεις αυτές συνέκλιναν στο ακόλουθο συμπέρασμα: Η μελέτη της ανάπτυξης του ατόμου πρέπει να γίνεται μέσα στο φυσικό χώρο και στο κοινωνικό, διαδρασιακό (interactional), πλαίσιο στο οποίο οι ψυχολογικές διεργασίες πραγματοποιούνται, επειδή οι αλλαγές στο ευρύτερο φυσικό, κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον του αναπτυσσόμενου ατόμου είναι πιθανό να προσδιορίζουν καθοριστικά τον τρόπο με τον οποίο αυτό αντιδρά, και κατά συνέπεια να οδηγούν σε λανθασμένα συμπεράσματα όσο αφορά στη γνωστική του ανάπτυξη (ό.π.). Το περιεχόμενο του όρου «πλαίσιο» διαφοροποιείται από μελέτη σε μελέτη. Κυρίως εννοούμε το οικολογικό περιβάλλον του ατόμου, που περιλαμβάνει ένα ευρύτατο πλέγμα διαπλεκόμενων και αλληλεπιδρώντων συστημάτων (Μαριδάκη, 1997). 

     Το πώς θα αναπτυχθεί η προσωπικότητα εξαρτάται όχι μόνο από βιολογικούς και ενδοψυχικούς παράγοντες αλλά και από τις αξίες, στάσεις και ιδεολογικές τοποθετήσεις ενός συγκεκριμένου κοινωνικού πλαισίου απέναντι σε βασικά φαινόμενα και εκδηλώσεις της ζωής, όπως οι διαπροσωπικές σχέσεις, οι σχέσεις προς το άλλο φύλο, οι στάσεις για το μεγάλωμα των παιδιών κ.α. Επίσης, εξαρτώνται από το τεχνολογικό επίπεδο, τις κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες μιας χώρας, καθώς και από τη διαμόρφωση του φυσικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο ζουν τα άτομα. Η ανάπτυξη της προσωπικότητας, δηλαδή, είναι συνάρτηση και του κοινωνικού, πολιτισμικού και γεωγραφικού πλαισίου, στο οποίο ζουν τα άτομα. Η παραπάνω άποψη στηρίζεται στο γεγονός ότι ο άνθρωπος δε ζει απομονωμένος. Είναι ένα δρων και αλληλεπιδρών μέλος των κοινωνικών ομάδων. Εκείνο που βιώνει ως πραγματικό εξαρτάται τόσο από εσωτερικές όσο και εξωτερικές συνιστώσες. Το ότι ο άνθρωπος επηρεάζεται από το κοινωνικό του πλαίσιο, και ότι με τη σειρά του το επηρεάζει, είναι λοιπόν προφανές (ό.π.). 

     Ας συνυπολογίσουμε, επίσης, ότι η γενετική μας κληρονομιά μάς προικίζει με κάποια συναισθηματικά χαρακτηριστικά που καθορίζουν την ψυχοσύνθεσή μας. Όμως το εγκεφαλικό κύκλωμα που εμπλέκεται εδώ είναι εξαιρετικά εύπλαστο. Η συγκεκριμένη ιδιοσυγκρασία μας δεν είναι η μοίρα μας. Τα συναισθηματικά μαθήματα που παίρνουμε ως παιδιά στο σπίτι και στο σχολείο διαμορφώνουν τα συγκινησιακά κυκλώματα, κάνοντάς μας περισσότερο ικανούς – ή ανίκανους – στους χειρισμούς της συναισθηματικής νοημοσύνης. Αυτό σημαίνει ότι η παιδική ηλικία και η εφηβεία είναι κρίσιμα παράθυρα που δίνουν την ευκαιρία για την εδραίωση των ουσιωδών συναισθηματικών συνηθειών που θα κυβερνήσουν τη ζωή μας (Golleman, 1995). Η οικογενειακή ζωή είναι το πρώτο σχολείο της συναισθηματικής μας αγωγής. Αποτελεί έναν πολύ σημαντικό συντελεστή σε αυτήν τη διαδικασία. Είναι μια φυσική κοινωνική ομάδα, η οποία καθορίζει τις αντιδράσεις των μελών της στα εσωτερικά και εξωτερικά ερεθίσματα. Η οργάνωση και η δομή της ελέγχουν και προσδιορίζουν τις εμπειρίες των μελών της. 

    Ιδιαίτερη έμφαση στη συνεχή διαμόρφωση της προσωπικότητας δίνει η θεωρία του κοινωνικού κονστρουκτιβισμού, η οποία επηρέασε σημαντικά την συστημική προσέγγιση (Τσαμπίκα – Καλαρρύτης, 2009). Σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, υπάρχει ένα συνεχές γίγνεσθαι στην ανθρώπινη προσωπικότητα. Ο άνθρωπος μέσα από τη συναλλαγή του με τους άλλους, ιδιαίτερα τους «σημαντικούς άλλους», διαμορφώνει συνεχώς την προσωπικότητά του (Κατάκη, 2008 & Lawrence Pervin – Oliver John, 2001). 
   
    Παρόλο όμως που η προσωπικότητα διαμορφώνεται εφ’ όρου ζωής, οι γονείς, επειδή είναι τα πρώτα πρόσωπα με τα οποία επικοινωνεί το παιδί και μάλιστα στα πρώτα χρόνια της ζωής του που είναι τα πιο εύπλαστα, αποτελούν για αυτό το κυρίαρχο περιβάλλον επίδρασης. Η οικογένεια είναι ο χώρος όπου το παιδί, περνώντας από διαδοχικά στάδια, θα διαμορφώσει το βασικό εαυτό και θα αποκτήσει την προσωπική του ταυτότητα και την αυτονομία του, για να ενταχθεί στη συνέχεια αυτόνομο άτομο στην κοινωνία. Η οικογένεια επηρεάζει την προσωπικότητα και τη συμπεριφορά του ατόμου ως σύνολο, ως σύστημα. Παρόλο που οι αναπτυξιακές θεωρίες τονίζουν περισσότερο τη σημασία της μητέρας, αλλά και του πατέρα, ανάλογα με το στάδιο ανάπτυξης του παιδιού, σύμφωνα με τη συστημική προσέγγιση ολόκληρη η οικογένεια ως σύστημα συμμετέχει στην ψυχοκοινωνική ανάπτυξη καθενός μέλους (Κατάκη, 2008). Η οικογένεια δεν είναι άθροισμα μεμονωμένων ατόμων αλλά ένα δυναμικό σύνολο που περιλαμβάνει τα άτομα και τις μεταξύ τους σχέσεις και αλληλοαντιδράσεις (Κακούρος-Μανιαδάκη, 2003). 

        Στην οικογένεια, οι κύριοι παράγοντες οι οποίοι συντελούν στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του νέου μέλους δεν είναι το κάθε άτομο χωριστά, ούτε η σχέση της μητέρας ή του πατέρα με το παιδί, αλλά ο τρόπος με τον οποίο η οικογένεια σχετίζεται και επικοινωνεί με τα μέλη της ως σύνολο. Η σχέση και ο τρόπος συναλλαγής του ζευγαριού, για παράδειγμα, θα καθορίσουν τη στάση της μητέρας προς το παιδί. Με βάση την αντίληψη αυτή, η σχέση μητέρας παιδιού κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής του, η οποία είναι πολύ βασική για την ψυχοκοινωνική του ανάπτυξη, θα καθοριστεί από το συνολικό πλαίσιο και ιδιαίτερα από τη σχέση ανάμεσα στο ζευγάρι (Dolto, 2004). 

    Η φύση των ορίων που υπάρχουν τόσο ανάμεσα στα υποσυστήματα της οικογένειας όσο και ανάμεσα στην οικογένεια και τον έξω κόσμο, καθορίζει τη λειτουργικότητα του οικογενειακού συστήματος (Παπαδιώτη-Αθανασίου, 2000). Τα όρια, με όρους ανθρώπινης συμπεριφοράς, σημαίνουν ανάληψη και εκπλήρωση ενός ρόλου από το κάθε υποσύστημα για τη λειτουργία του όλου συστήματος. Όπως είναι φανερό, ο γονεϊκός ρόλος είναι αυτός που διαμορφώνει κυρίως το συνολικό πλαίσιο της οικογένειας. Βασικό και απαραίτητο στοιχείο για να είναι οι γονείς σε θέση να οριοθετούν τη συμπεριφορά του παιδιού και να το βοηθήσουν να διαμορφώσει συγκροτημένη ταυτότητα είναι το να έχουν συγκροτήσει οι ίδιοι τη δική τους ταυτότητα για να αναλάβουν το ρόλο τους ως γονείς. Τα όρια κάνουν, δηλαδή, πιο ευδιάκριτα τα σύνορα και επομένως διευκολύνουν τις μεταβάσεις στην εξελικτική αλυσίδα των σταδίων του κύκλου ζωής. 

    Και αυτό γιατί τα στάδια στον κύκλο ζωής του ανθρώπου δεν είναι μόνο βιολογικά προσδιορισμένα, από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση και το θάνατο. Το ζήτημα είναι πιο σύνθετο για τον πολιτισμένο άνθρωπο. Τα στάδια του ανθρώπινου κύκλου ζωής διαγράφονται από τη φύση τους με κοινωνικούς όρους όσο και με βιολογικούς (Giddens, 1997). Είναι, δηλαδή, συνάρτηση της πολιτισμικής ανάπτυξης που διέπει κάθε κοινωνία. Υπό αυτήν την οπτική η «παιδική ηλικία», όπου διαμορφώνεται η προσωπικότητα του ανθρώπου, δεν είναι ένα σαφές και διακεκριμένο στάδιο της ζωής. Η έννοια της παιδικής ηλικίας, όπως την ξέρουμε σήμερα, είναι προϊόν της σύγχρονης ιστορίας, μια και η εμφάνισή της καταγράφεται περίπου πριν τρεις αιώνες. Την άποψη αυτή υποστήριξε ο Φιλίπ Αριές (1990), λέγοντας πως η παιδική ηλικία δεν υπήρχε πριν το Μεσαίωνα ως ξεχωριστή φάση της ανθρώπινης ανάπτυξης. Τα παιδιά συμμετείχαν στο κοινωνικό γίγνεσθαι με ανάλογο των ενήλικων τρόπο, ως μικροί ενήλικες. 

    Η παιδική ηλικία, έτσι όπως την εννοούμε σήμερα, είναι δημιούργημα των αστών της πρώτης βιομηχανικής κοινωνίας. Η έννοια της παιδικότητας διαχωρίστηκε ως ξεχωριστή φάση του κύκλου ζωής επικεντρωμένη στην προετοιμασία των παιδιών προς την ενηλικίωση. Η στροφή αυτή είχε ως αποτέλεσμα την αποκοπή των παιδιών από τον ενεργό χώρο και την παράταση της εξαρτημένης φάσης του νέου ανθρώπου από την οικογένεια. Επίσης, την απαγόρευση της εργασίας των ανηλίκων και την εισβολή της εκπαιδευτικής διαδικασίας στη ζωή τους (ό.π.). 

     Ανεξάρτητα από το πώς θα ορίσουμε την παιδικότητα, σε αυτό που φαίνεται να συμφωνούν οι περισσότεροι μελετητές είναι ότι η βρεφική, η νηπιακή και η μέση παιδική ηλικία κατέχουν πρωτεύοντα ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του ανθρώπου (Giddens, 2002). Και πως η ανάπτυξη του παιδιού συν-καθορίζεται από βιολογικούς, κοινωνικούς και ψυχολογικούς παράγοντες που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους μέσα στην ιστορικότητα του ανθρώπινου πολιτισμού. Επίσης η σημασία της οικογένειας για την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη του παιδιού και τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του έχει επισημανθεί από όλες τις αναπτυξιακές θεωρίες, όπως επισημάνθηκε πιο πάνω. Η «παιδικότητα» είναι επομένως ένα κοινωνικό κατασκεύασμα, ένα φαινόμενο που διαμορφώνεται και ανταλλάσσεται με τις υπάρχουσες κοινωνικοπολιτισμικές δομές. Στη σημερινή εποχή η εικόνα της παιδικής ηλικίας μοιάζει περισσότερο αινιγματική από ποτέ. Μεταξύ του κακοποιημένου και του αγιοποιημένου παιδιού καλείται η σύγχρονη κοινωνική αντίληψη να διαμορφώσει ένα πλέγμα θέσεων που να είναι απαλλαγμένο από τις πλάνες του παρελθόντος, αλλά και από ορισμένες υπερβολές του παρόντος. Υπερβολές που συνιστούν σύμφωνα με τον Renaut (2007) διολίσθηση στην ανευθυνότητα των παιδιών. Διολίσθηση που απαιτεί, σύμφωνα με τον ίδιο συγγραφέα τον επανακαθορισμό της αυθεντίας, δηλαδή με άλλα λόγια τον επανακαθορισμό της οικογένειας και του σχολείου ως φορείς κοινωνικοποίησης. 

     Σύμφωνα με τον Freud (1993, σ. 228-229) η συμπεριφορά του παιδιού δεν πρέπει να παραβλέπεται, αφού οι παιδικές παρορμήσεις θεωρούνται ανήθικες ή και διαστροφικές και πρέπει να μετουσιωθούν. Η αναγκαία παραίτηση από τις ορμές πρέπει αρχικά να επιβληθεί απ’ έξω, συγχρόνως, όμως, ο καταναγκασμός η «υπερηθικότητα» όπως λέει ο Freud (ό.π. σ. 229), μπορεί να οδηγήσει σε καταναγκαστικές νευρώσεις. Ο Freud συνδέει έτσι την αναγκαιότητα της αγωγής με τις πιθανές βλάβες, αφού ενώ δεν μπορούμε να παραβλέψουμε τη συμπεριφορά των παιδιών, από την άλλη πλευρά οι ηθικές αντιδράσεις των ενηλίκων που συνδέονται με την κοινωνικοποίηση και την αγωγή μπορεί να οδηγήσουν στο σχηματισμό νευρωτικών συμπτωμάτων. Επίσης, η διατύπωση της υπόθεσης της ορμής του θανάτου οδηγεί τον Freud (2001) στην παραδοχή ότι η παραίτηση από ένα ουσιαστικό μέρος της σεξουαλικής απόλαυσης αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για κάθε κοινωνία. Η ύπαρξη της ορμής του θανάτου, ενός στοιχείου που διακρίνεται από την «αρχή της ηδονής», που βρίσκεται στο «επέκεινα» αυτής, οδηγεί σε αποτυχία την ηδονιστική στοχοθεσία. Η ανθρώπινη επιθετικότητα είναι η προς τα έξω εκδήλωση της ορμής του θανάτου, ενώ με τη δημιουργία του υπερεγώ και του αισθήματος ενοχής που λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο του οιδιπόδειου συμπλέγματος, προκαλείται στροφή της επιθετικότητας ενάντια στο ίδιο το υποκείμενο. Η οιδιπόδεια σύγκρουση έχει δομικό χαρακτήρα για την ανάπτυξη του παιδιού, είναι μη αναγώγιμη, απαιτεί παραίτηση και για αυτό χρειάζεται την αυθεντία (Μπατσίλας, 2007). 

      Μια άλλη όψη της κοινωνικής μας ζωής, αυτή της διαδοχής των γενεών, έχει μεταλλαχθεί στο σύγχρονο κόσμο. Ο άνθρωπος, σήμερα, όλο και περισσότερο αντιλαμβάνεται την ύπαρξή του ως ατομική, παρά ως έναν κρίκο στην αλυσίδα της εξέλιξης και της διαδοχής των γενεών, της βιολογικής και κοινωνικής αναπαραγωγής. Στο πλαίσιο αυτής της αλυσιδωτής εξελικτικής διαδικασίας η πληρέστερη κατανόηση της ψυχικής δυσλειτουργίας προϋποθέτει τη γνώση της αναμενόμενης συμπεριφοράς σε κάθε αναπτυξιακό στάδιο. Αυτό σημαίνει ότι εστιάζουμε και στη σχέση ανάμεσα στις πρώιμες εμφανίσεις διαταραχών ή τραυματικών εμπειριών και τη δυσμενή έκβασή τους σε ύστερη ηλικία – κατά την εφηβεία. Παρότι η ύπαρξη κάποιας διαταραχής κατά την παιδική ηλικία δεν οδηγεί οπωσδήποτε σε κάποια διαταραχή σε μεγαλύτερη ηλικία, σύμφωνα με τον Kohlberg (1972) τα άτομα που εμφανίζουν κάποια διαταραχή κατά την παιδική ηλικία έχουν αυξημένες πιθανότητες να εμφανίσουν αργότερα προβλήματα και παθολογική συμπεριφορά. Σύμφωνα, επίσης, με τους Κακούρο και Μανιαδάκη (2003) μία από τις διαδρομές προς την ψυχοπαθολογία είναι πιθανό να έχει ως αφετηρία τα προβλήματα στις σημαντικές διαπροσωπικές σχέσεις του παιδιού. Η διαδοχή των γενεών συνδέεται ρητά με την παροντική διάσταση της οικογένειας ως συστήματος που συμβάλλει στη διαμόρφωση του υποκειμένου και στους κοινωνικούς του δεσμούς. Η διαδικασία με την οποία συντελείται η παραπάνω αμφίδρομη ενέργεια ονομάζεται κοινωνικοποίηση. Είναι δηλαδή η διαδικασία μέσω της οποίας ο άνθρωπος αποκτά τις στοιχειώδεις γνώσεις για το κοινωνικό του περιβάλλον και ό,τι σχετίζεται με αυτό και με αυτό το υλικό διαμορφώνει τα χαρακτηριστικά της ταυτότητάς του. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας ο άνθρωπος εσωτερικεύει τους κανόνες, τις αξίες και τα ήθη της κοινωνίας στην οποία ζει με τη γέννησή του και στην οποία προετοιμάζεται να γίνει μέλος της (Giddens, 2002). 

    Η οικογένεια ως πλαίσιο ανάπτυξης, παίζει σημαντικό ρόλο στην κοινωνικοποίηση του ατόμου. Οι παράγοντες που επηρεάζουν τη ζωή των παιδιών μπορούν να γίνουν αντιληπτοί ως ένα αλληλένδετο και αλληλοεπηρεαζόμενο δίκτυο πλαισίων. Η οικογένεια επηρεάζει την ανάπτυξη των παιδιών με δύο τρόπους: διαμορφώνοντας τη συμπεριφορά τους μέσα στην οικογένεια και επιλέγοντας άλλα πλαίσια στα οποία θα βρεθούν τα παιδιά. Διαμορφώνει ένα πλαίσιο όπου εξελίσσεται η ύπαρξη και η συνύπαρξη, ή με άλλα λόγια οι διαδικασίες υποκειμενικότητας και δι-υποκειμενικότητας του ανθρώπου. Οι διάφορες μορφές με τις οποίες συναντάμε την οικογένεια αποδεικνύουν ότι η οικογένεια είναι ένα κοινωνικό γεγονός. Και ως τέτοιο υπόκειται στους κανόνες λειτουργίας της ευρύτερης κοινωνίας στην οποία ανήκει. Ως κοινωνικό γεγονός διατρέχεται ιστορικά και μελετώντας αυτήν την ιστορικότητα μπορεί να αποδειχθεί αυτή η στενή σχέση της οικογένειας με το κοινωνικό σώμα. Αυτό σημαίνει ότι κάθε κοινωνία έχει εκείνες τις μορφές οικογένειας που συνάδουν με το επίπεδο ανάπτυξης και κοινωνικής οργάνωσής της σε μια συγκεκριμένη στιγμή της ιστορικής της πορείας. Οι τύποι της οικογένειας είναι πάντα ένα τμήμα του τρόπου που είναι οργανωμένη και λειτουργεί η κοινωνία. Αυτό δε σημαίνει ότι η οικογένεια προσδιορίζεται από δυνάμεις κοινωνικές τις οποίες δεν μπορεί να επηρεάσει, αλλά ότι βρίσκεται με την κοινωνία σε μια σχέση αλληλόδρασης (Giddens, 2002). 

   Αν επομένως βλέπουμε στην οικογένεια παθολογικά φαινόμενα, που συνήθως εκδηλώνονται στα άτομα και στις διαπροσωπικές τους σχέσεις, τότε πρέπει να αναζητήσουμε τις αιτίες αυτής της εξέλιξης στο κοινωνικό σώμα και στην οικογένεια ως σύνολο (ειδικότερα στο πώς η οικογένεια φιλτράρει και προσαρμόζεται στο κοινωνικό σώμα), και όχι σε συμπεριφορές των ατόμων, τις οποίες μπορούμε να ορίσουμε ως σύμπτωμα μιας δυσλειτουργίας (Minuchin, 2000), να αναγάγουμε δηλαδή την ατομική συμπεριφορά σε κοινωνική μορφή και να αναζητήσουμε τα βαθύτερα αίτια της δυσλειτουργίας στις αιτιώδης συνδέσεις της με το κοινωνικό γίγνεσθαι, όπως εισάγει η εξελικτική συστημική προσέγγιση (Γιαννούσης, 2021).



Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2021

Ο έρωτας είναι προπάντων επαλήθευση της μοναξιάς μας

 

Ο έρωτας μπορεί να σε στείλει στα ουράνια, αλλά και στα τάρταρα, είναι δηλαδή αναγεννητικός, αλλά και ματαιωτικός ταυτόχρονα. Μπορεί να πάρει τόσες μορφές, όσες και είναι και οι εκφάνσεις της ζωής. Μπορεί να μείνει ανεκπλήρωτος, να γιγαντωθεί ή και να ξεχαστεί ως φλόγα που έσβησε. Μπορεί να είναι στιγμιαίος, αλλά και διαρκής, μπορεί να μας κάνει γενναίους, αλλά και δειλούς, μπορεί να αναδείξει την καλύτερη ή και τη χειρότερη πλευρά του εαυτού μας.

Το μόνο σίγουρο είναι πως η ζωή κινείται διαρκώς από την δύναμή του και δίχως αυτόν θα ήταν υπαρξιακά κενή. Ο έρωτας είναι μια χοάνη αντιθέσεων που δημιουργούν μια αέναη κίνηση προς τα μπρος. Παραμένει επομένως ζωντανός όσο θρέφεται από τη διαρκή ορμή της αλλαγής που φέρει μέσα του.  Η αλλαγή είναι το μυστικό για να μην πεθάνει ο έρωτας και η αλλαγή θέλει δύο ανεξάρτητους συντρόφους, που ο ένας θα σέβεται και θα διαφυλάττει την αυτονομία του άλλου.

Ο έρωτας στις μέρες μας όμως συνήθως απλά ακολουθεί τις επιταγές της αγοράς, δηλαδή της ροπής προς την κατανάλωση που χαρακτηρίζει τον σύγχρονο άνθρωπο. Η καταναλωτική συνείδηση του ανθρώπου έχει καταφέρει ούτως ή άλλως να σαρώσει και να εγκολπώσει πολλές από τις ενδοψυχικές του διεργασίες και να εγκιβωτισθεί μέσα της ο ρυθμός των διαπροσωπικών σχέσεων.

Από τη μία επομένως οι κοινωνικές συμβάσεις κι από την άλλη η εμπορευματοποίηση των ανθρώπινων σχέσεων μορφοποιήσαν τον έρωτα έξω από τις ανθρώπινες του διεργασίες, του αφαιρέσαν δηλαδή τις συγκινησιακές εκείνες ταυτίσεις που εξελισσόταν στο εσωτερικό γίγνεσθαι της ανθρώπινης συνείδησης.

Η αποπροσωποποίηση του έρωτα είναι κατά κάποιο τρόπο το σύμβολο της εποχής μας,  όμως οι εκφάνσεις του έρωτα δια μέσου της εμπορευματοποίησης υποτάσσουν το πρόσωπο στις επιταγές της «αγοράς» και το υποβαθμίζουν στην κοινοτυπία της.  

Αυτή η εργαλειοποίηση του έρωτα τον μετατρέπει σε προϊόν που όσο περισσότερο καταναλώνεται τόσο δημιουργεί μια ψευδαίσθηση ευφορίας - και λέω ψευδαίσθηση διότι η ευφορία κρύβεται στην «παραγωγή» του έρωτα κι όχι στην κατανάλωσή του.

Είναι βέβαια γεγονός πως ο σύγχρονος άνθρωπος έχει μια ροπή προς την ευκολία της κατανάλωσης και παρότι ζούμε στην εποχή της απομάγευσης, επιθυμεί να γίνονται όλα με έναν μαγικό τρόπο. Παύει δηλαδή ο άνθρωπος να αντιλαμβάνεται το μέγεθος των πραγμάτων και τα αξιώνει μόνο μέσα από την ανάγκη του να καταναλώνει προϊόντα, σχέσεις και ανθρώπους. Μια ακόρεστη ανάγκη που αποξενώνει τον άνθρωπο από τις σχέσεις του και τον απογυμνώνει από τις συναισθηματικές του συνδέσεις με τους άλλους. Ο άλλος γίνεται απλά εκείνος που θα ικανοποιήσει την επιθυμία και την ανάγκη για αγάπη, αποδοχή, πληρότητα, γίνεται δηλαδή ένα αντικείμενο προς εκμετάλλευση.  

Ο έρωτας όμως γεννιέται στο σταυροδρόμι των προσωπικών μας επιδιώξεων για αλλαγές, μας βρίσκει εκεί που μεγαλώνει η εσωτερική ανάγκη να αλλάξουμε φάση ζωής και να ορίσουμε διαφορετικά τα νοήματα της. Ας πούμε για πρώτη φορά στη ζωή του ανθρώπου -εκεί κάπου κοντά στην εφηβεία- ο έρωτας φαντάζει ως το μαγικό εισιτήριο για τον κόσμο των ενηλίκων, εκεί όπου φαντάζεται ο έφηβος πως θα «διοικεί» τον εαυτό του δίχως περιορισμούς και απαγορεύσεις. Γι’ αυτό και είναι τόσο ισχυρά τα συναισθήματα που έχουν οι ερωτευμένοι, επειδή συνδέονται με την πορεία προς την ολοκλήρωση και την αυτοπραγμάτωση.

Και κάπου εκεί έρχεται η σύγχυση των νοημάτων του, γιατί η παγίδα του έρωτα είναι πως δημιουργεί την εντύπωση πως ο «άλλος» θα σου δίνει αυτό που σου λείπει στην πορεία προς την αυτοσυνειδησία και την αυτοποίηση. Αυτός είναι κι ο λόγος που οι περισσότερες ερωτικές σχέσεις καταλήγουν σε σχέσεις οργής ή  δυσλειτουργούν, αναπαράγοντας μοτίβα σχέσεων που κουβαλούν οι σύντροφοι από το παρελθόν τους.

Χρειάζεται επομένως να κατανοούμε πως ο έρωτας λειτουργεί σαν μια υπενθύμιση όσων διαρκώς αναζητούμε στον εαυτό μας κι όσων αλλαγών έχουμε χρέος να κάνουμε στο διάβα της ζωής μας. Έρχεται δηλαδή να μας ανοίξει τα μάτια στην αλήθεια του εαυτού και των σχέσεων κι όχι να μας καθηλώσει στην υποκειμενικότητα των επιθυμιών μας. Είναι η ευκαιρία να δούμε τον εαυτό και τον κόσμο αλλιώς κι ως εκ τούτου αφού τον συναντήσουμε χρειάζεται να τον υπερβούμε, διότι μέσα από την υπέρβαση του έρωτα θα συναντήσουμε ατόφιο τον εαυτό μας και θα του επιτρέψουμε να εξελιχθεί μέσα από τη συνάντηση με τον άλλο.

Ο έρωτας έχει μέσα του τη δύναμη της ζωής και συστατικά της ύπαρξής μας. Είναι η προσωποποίηση της εσωτερικής πάλης των αντιθέτων που συνθέτουν το ανάγλυφο ψηφιδωτό του ανθρώπινου ψυχισμού. Ο έρωτας μέσα από την υποταγή του εγώ στον άλλο υποδεικνύει την τρωτότητα του ανθρώπου και επαληθεύει την μοναξιά του, δηλαδή το χρέος να πορευτεί με αυτοσυνειδησία προς την αυτοπραγμάτωση. Όπως λέει κι ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος

Νὰ σοῦ γλείψω τὰ χέρια, νὰ σοῦ γλείψω τὰ πόδια –

ἡ ἀγάπη κερδίζεται μὲ τὴν ὑποταγή.

Δὲν ξέρω πῶς ἀντιλαμβάνεσαι ἐσὺ τὸν ἔρωτα.

Δὲν εἶναι μόνο μούσκεμα χειλιῶν,

φυτέματα ἀγκαλιασμάτων στὶς μασχάλες,

συσκότιση παραπόνου,

παρηγοριὰ σπασμῶν.

Εἶναι προπάντων ἐπαλήθευση τῆς μοναξιᾶς μας,

ὅταν ἐπιχειροῦμε νὰ κουρνιάσουμε σὲ δυσκολοκατάχτητο κορμί.

 

Η πλάνη του έρωτα

Ο έρωτας έχει μια ελλειπτική τροχιά, όπως ο πλανήτης μας, πλανάτε σε μια τροχιά έλλειψης και συνεχούς ροής η οποία δημιουργεί τη βαρύτητα, τη έλξη δηλαδή προς το γήινο επίπεδο και σε μεταφορά την γείωση στο θάνατο ως υπαρξιακό δεδομένο της ζωής. Ο έρωτας δηλαδή παλεύει με τον θάνατο, είναι το αναγεννησιακό μας ελιξίριο γι’ αυτό και δημιουργεί την πλάνη της αιωνιότητας. Είναι μια πλάνη ο έρωτας, είναι η μοίρα μας, η μοίρα της επιθυμίας που όπως λέει ο Καραγάτσης σκοτώνει το αντικείμενό της, ώστε αυτή να διαιωνιστεί. Και ποτέ δεν είσαι έτοιμος για αυτόν διότι πάντα θα σε βρίσκει απροετοίμαστο, πάντα θα σε αιφνιδιάζει, διότι κυοφορεί μέσα του την ανάγκη για αλλαγή. Ο έρωτας ενέχει ένα αιφνιδιασμό τον οποίο δεν μπορούμε να διαχειριστούμε και πάντα είναι κατανοήσιμος στο βαθμό και στο μέγεθος που το αντέχουμε και το μπορούμε να τον κατανοήσουμε.

Εν τέλει ο έρωτας μας φέρνει ενώπιον της ικανότητάς μας να προσαρμοζόμαστε, να κατανοούμε το καινούργιο, να επεξεργαζόμαστε τις ήττες και το άγχος της επιλογής και διαρκώς μας σπρώχνει να ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας μέσα από την κατανόηση του άλλου.

Κι επειδή ο έρωτας ενέχει αυτή την ανακυκλική διάσταση μεταξύ ανύψωσης και πτώσης, η ματαίωση που προκαλεί οδηγεί μεν σε μια εσωτερική κατάρρευση, που αν της δώσουμε νόημα μπορεί να μετατραπεί σε γνώση.

Και η γνώση δεν είναι παρά πως ερωτεύσιμες είναι μόνο οι ελεύθερες ψυχές κι όχι εκείνες που αναζητούν να αγαπηθούν από ανάγκη.

 

 

 

 

Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2020

Κάθε Ανάσταση έχει τη δική της Σταύρωση


Η κρίση της πανδημίας δημιούργησε αφενός την αναγκαιότητα της αλληλεγγύης, ενίσχυσε το αίσθημα πως μόνο ΜΑΖΙ θα τα καταφέρουμε, αφετέρου όμως δημιούργησε και μια συνθήκη ανασφάλειας όπου πολλοί άνθρωποι για να την αντέξουν και κυρίως να τη νοηματοδοτήσουν χρειάστηκε να κατασκευάσουν σωτήρες και εξιλαστήρια θύματα. Τα υποκείμενα που θα ενσαρκώσουν αυτούς τους ρόλους τα κατασκευάζουν φυσικά οι ίδιοι οι άνθρωποι, ως εκ τούτου η ανάγκη τους κατασκευάζει τους ήρωες τους (βλέπε κο Τσιόρδα) και ο φόβος τους τα μαύρα πρόβατα (βλέπε τσιγγάνους). Ως υποκειμενικές κατασκευές υπόκεινται στη βούληση των ανθρώπων να συνεχίσουν να υπάρχουν ως τέτοιοι… μη σας φανεί περίεργο δηλαδή αν κάτι στραβώσει οι ήρωες να ξεπέσουν και (ίσως πιο δύσκολο) τα μαύρα πρόβατα να «ασπρίσουν».

Η ανασφάλεια βέβαια δεν γεννά μόνο ήρωες και αποδιοπομπαίους τράγους, αλλά και ενδεχόμενους εχθρούς, έτσι ο άλλος από συν-κοινωνός γίνεται φορέας κινδύνων, εν δυνάμει εχθρός και φορέας του κακού ιού. Ο άλλος γίνεται καταπατητής του χώρου σου, τον κοιτάς περίεργα σαν να κλέβει τον αέρα σου.

Η πανδημία δημιούργησε μια κρίση του ΕΜΕΙΣ και αυτή με τη σειρά της μια αποσταθεροποίηση, που καταλύει το ΕΓΩ, όπως συμβαίνει σε κάθε κρίση, διότι αυτή δημιουργεί συνθήκες μετάβασης από κάτι οικείο σε κάτι άγνωστο. Η κρίση έφερε αποσταθεροποίηση, η αποσταθεροποίηση διχασμούς -εσωτερικούς και εξωτερικούς- και οδήγησε σε ατομικούς ελιγμούς σωτηρίας. Ξαφνικά ο άλλος έγινε εν δυνάμει εχθρός κι όταν ο άλλος είναι πολύ διαφορετικός φαντάζει ακόμη περισσότερο επικίνδυνος.

Κι αυτό γιατί στις κρίσεις οι άνθρωποι δεν μπορούν να λειτουργήσουν αναστοχαστικά, έχουν την ανάγκη απλά για δράση, πρέπει να αποφύγουν τον κίνδυνο, λειτουργεί το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, γίνονται περισσότερο παρορμητικοί ή παθητικοί, μια και ενεργοποιείται ο θυμός κι ο φόβος. Ιδιαίτερα στην τωρινή κρίση, η οποία αποτελεί ένα κομβικό σημείο ιστορικών διαστάσεων, οι διεργασίες in vivo δεν μπορούν να αξιολογηθούν συγχρονικά. Παρότι οι Έλληνες βρισκόμαστε σε μια διαρκή μεταβατική φάση με πολλαπλές εναλλαγές, παρότι δηλαδή έχουμε αποκτήσει μια εμπειρία στις μεταβάσεις βρισκόμαστε για ακόμη μια φορά αμήχανοι μπροστά στο κύμα των αλλαγών που έφερε και θα φέρει η πανδημία του κορονοϊού.

Πολλές φορές στην αποσταθεροποίηση της κρίσης οι άνθρωποι προσπαθούν να πιαστούν από οικείες συμπεριφορές κι όταν αυτό δεν είναι εφικτό εφευρίσκουν υποκατάστατα αυτών με συνέπεια αρκετές φορές να ακροβολίζονται και να ταμπουρώνονται εμφατικά στη δική τους θέση. Έτσι δημιουργούνται απόλυτες φωνές, τέτοιες που επιχειρούν να προσδώσουν μια νότα «ασφάλειας», φωνές που καταπραϋνουν το αίσθημα του φόβου που δημιουργεί ένας αόρατος εχθρός, δημιουργώντας τείχη προστασίας προς διάφορους ορατούς εχθρούς. Η κρίση κατασκευάζει λοιπόν εχθρούς και δυναμώνει στην οχλοβοή της τις ακραίες φωνές, αυτές που σηκώνουν πολύ κουρνιαχτό για να κρύψουν τους εσωτερικούς φόβους.

Όλες οι φωνές όμως κάτι έχουν να πουν, κάτι διεκδικούν, κάποια αγωνία μεταφέρουν και σε προσωπικό και σε κοινωνικό επίπεδο. Κυρίως μεταφέρουν σε προσωπικό επίπεδο την αγωνία για τις συνέπειες στην ψυχική υγεία, στην οικονομία (στην οικονομία της τσέπης, αλλά και στην οικονομία των σχέσεων) και σε συλλογικό επίπεδο την αγωνία για την έκβαση της κοινωνικής και πολιτικής θεώρησης και συγκρότησης ή αλλιώς στην ενδεχόμενη αναδιάρθρωση (με θετικό ή αρνητικό πρόσημο) των παραγωγικών σχέσεων και των σχέσεων εξουσίας, κ.ο.κ.

 

Στην κρίση, στον κίνδυνο δεν υπάρχει καιρός για αναστοχασμό, επείγει η «σωτηρία». Γι’ αυτό και οι κοινωνίες στις κρίσεις έχουν ανάγκη τις ήρεμες, πολυσυλλεκτικές φωνές, αυτές που θα αγκαλιάσουν και θα ακούσουν όλες τις διαφορετικές φωνές και θα επιχειρήσουν την σύνθεση κι όχι την διαίρεση.

Στις κρίσιμες φάσεις της αποσταθεροποίησης του οικείου πλαισίου αναφοράς ένα βέβαια είναι σίγουρο πως δεν μας παίρνει να επιστρέφουμε στο οικείο που χάσαμε, αυτό δεν μας χωράει πλέον. Είναι πολύ χρήσιμο να συνειδητοποιούμε κάθε φορά πως η αποσταθεροποίηση έρχεται ως αποτέλεσμα της πρότερης λειτουργίας μας και είναι μια ευκαιρία (ίσως επώδυνη) να μετασχηματίσουμε τις ζωές μας ή αλλιώς να επαναοικοιοποιήσουμε το οικείο. Βρισκόμαστε σε αυτή τη φάση λοιπόν όπου η αναγκαιότητα για δομικές αλλαγές στις ζωές μας είναι προ των πυλών κι επειδή αυτό είναι δύσκολο θα μας φταίνε όλοι οι άλλοι, θα δημιουργούμε συνεχώς εχθρούς.

Ο δρόμος της αναγέννησης προϋποθέτει την απώλεια, την κατανόηση των ματαιώσεων, της συνειδητοποίησης του πόνου, η σταύρωση φέρνει την ανάσταση. Χρειάζεται αυτό να το κατανοήσουμε και να το εντάξουμε δημιουργικά στη συλλογική μας συνείδηση, η οποία τα τελευταία χρόνια στεκόταν μόνο στη χαρά της Λαμπρής ή στην καλύτερη περίπτωση στο χαρμόσυνο μήνυμα της Ανάστασης με τη νίκη της ζωής έναντι του θανάτου. Ούτε λόγος για την Σταύρωση…

Σήμερα βιώνουμε μικρές (ή μεγαλύτερες) ματαιώσεις που δημιουργούν θλίψη, επώδυνα συναισθήματα (σαν καρφιά στην ψυχή) κι ένα αγκάθινο στεφάνι ως το άγριο όριο του ελέγχου της πανδημίας…βιώνουμε τις δικές μας «σταυρώσεις». Είναι μια ευκαιρία επομένως βιώνοντας τες να τις επιτρέψουμε να μας φωτίσουν πτυχές μας που χρειάζεται να αφήσουμε πίσω και μέσα από τις απώλειές τους να αναζητήσουμε καινούργιες, να βιώσουμε με άλλα λόγια το δικό μας «δράμα» ως αφετηρία μιας εσωτερικής διαδρομής από την σταύρωση, στην ανάσταση και τη χαρά.

Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2020

Ο Κορωνοϊός και η διπλή διάσταση του πάθους


Το άκουσμα της λέξης «πάθος» συνειρμικά κάποιους μας παραπέμπει σε έντονα θετικά συναισθήματα, όπως η αγάπη , ο έρωτας και ο ενθουσιασμός, και κάποιους άλλους μας παραπέμπει σε έντονα αρνητικά συναισθήματα, όπως η οδύνη.  Η λέξη προέρχεται από τον αόριστο β’ «ἔπαθον» του ρήματος «πάσχω» κι αναφέρεται σε ό,τι παθαίνει κάποιος είτε αυτό είναι καλό είτε αυτό είναι κακό. Στην αδύναμη εκδοχή της έννοιας τοποθετείται κάποιος που πάσχει, υποφέρει από κάτι. Εκεί έχει τοποθετηθεί η Ελληνική, κι όχι μόνο, κοινωνία το τελευταίο χρονικό διάστημα καθώς πάσχει , υποφέρει από τον κορωνοϊό. Πρόκειται γι έναν ιό που έχει επιφέρει πολυεπίπεδες επιπτώσεις, βιολογικές, συναισθηματικές, κοινωνικές, οικονομικές κ.ά. Το γεγονός ότι πρόκειται γι έναν καινούριο ιό, που είναι δύσκολο να ελεγχθεί η διάδοσή και η (επί)δραση του, έχει κατακλύσει τους περισσότερους με ένα αίσθημα προσωπικής απειλής και φόβου. Απειλείται η ζωή του ανθρώπου, όχι μόνο στην βιολογικής της διάσταση αλλά και στην κοινωνικοσυναισθηματική. Απειλείται η καθημερινότηά μας με τις όποιες συνήθειες έχουν εδραιωθεί ως τώρα. Απειλείται ή αίσθηση ελέγχου και παντοδυναμίας προς την ζωή, καθώς  ένας ιός μας ελέγχει και μας περιορίζει. Απειλείται η αίσθηση ελευθερίας μας. Απειλείται… Απειλείται… ή μήπως όχι;
 Είναι γεγονός πως σε κάθε τι άγνωστο νιώθουμε φόβο, και σε περιόδους ασθένειας νιώθουμε αδύναμοι και παθητικοί. Όλα αυτά γίνονται αντιληπτά όταν το «πάθος» αποτελεί ένα αρνητικό βίωμα. Σαν αντίβαρο μπορεί να χρησιμοποιηθεί η δυνατή εκδοχή του «πάθους», κάποιο πολύ ισχυρό συναίσθημα που υπερισχύει της λογικής και μας εξοπλίζει με μεγάλη ενεργητικότητα και αποφασιστικότητα για την επίτευξη κάποιου στόχου. Στην προκειμένη κατάσταση ως στόχος μπορεί να τεθεί ο πόθος για την ζωή. Ο στόχος μας υπενθυμίζει που θέλουμε να φτάσουμε. Εάν είναι ιερός κάθε εμπόδιο θα ξεπεραστεί. Ο καθένας από εμάς έχει έναν διαφορετικό, ιερό,  λόγο για να ζήσει. Για μία μητέρα στόχος μπορεί  να αποτελεί η επιθυμία «να ζήσει για το παιδί της», γι έναν έφηβο στόχος μπορεί να αποτελεί το όραμα «να ζήσει για να αλλάξει τον κόσμο», γι έναν ερωτευμένο στόχος μπορεί να αποτελεί η επιθυμία «να ζήσει για να δημιουργήσει οικογένεια με τον σύντροφό του». Σε κάθε περίπτωση η δύναμη για ζωή προσφέρει την αίσθηση του άτρωτου, ο άνθρωπος παύει να πάσχει παθητικά, δραστηριοποιείται  και διεκδικεί ένα κομμάτι της ζωής του. Διεκδικεί με κάθε διαθέσιμο όπλο.
 Η Επιστήμη σε αυτήν την κρίσιμη μάχη μας έχει προσφέρει κάποια «όπλα», προτείνοντας κάποια μέτρα για την αντιμετώπιση κι εξάπλωση του κορωνοϊού. Αποτελεί ατομική ευθύνη το εάν θα επιλέξουμε να χρησιμοποιήσουμε αυτά τα όπλα αλλά και με ποιόν τρόπο. Η συνθήκη «μένουμε σπίτι» ίσως να φάνηκε περιοριστική, ασφυκτική και να βιώσαμε τα σπίτια μας ως φυλακές πολυτελείας. Είναι σημαντική η ματιά που επιλέγουμε να δούμε τα γεγονότα. Μπορούμε να αξιοποιήσουμε την συνθήκη «μένουμε σπίτι» προσφέροντας στο σπίτι το νόημα που του αρμόζει, δηλαδή έναν χώρο στον οποίο νιώθουμε ασφάλεια, ασφάλεια να επικοινωνήσουμε, να αισθανθούμε και να δημιουργήσουμε. Η καθημερινότητα ανατρέπεται και προσφέρει την ευκαιρία στους ανθρώπους να έρθουν συναισθηματικά πιο κοντά. Οι γονείς μπορούν να περάσουν ποιοτικά και δημιουργικά χρόνο με το παιδί τους, να επανασυνδεθούν μαζί του, να ανακαλύψουν καινούριες πτυχές αλλά και να (ανα)γνωρίσουν δικές τους, κάτι που η προηγούμενη καθημερινότητα καθιστούσε δύσκολο. Επιπλέον, είναι μία καλή ευκαιρία για διαδικτυακή επικοινωνία με φιλικά μας πρόσωπα. Και καθώς τα αγγίγματα μεταξύ προσώπων είναι περιοριστικά, είναι μία καλή ευκαιρία να αγγίξουμε τον εαυτό μας, να τον φροντίσουμε, να ακούσουμε τί ανάγκες κι επιθυμίες έχει, να εκτιμήσουμε όσα κι όσους έχουμε.
 Όπως το πάθος μπορεί να μετατραπεί από μία κατάσταση αδυναμίας σε μία κατάσταση σθένους, έτσι κι όλο αυτό που βιώνουμε μπορεί να αλλάξει. Το πάθος για την ζωή μπορεί να μας αλλάξει! Εξάλλου, μην ξεχνάμε ότι διανύουμε την περίοδο της άνοιξης, όπου η φύση «ξυπνά» από την κρύα και σκοτεινή εποχή του χειμώνα και μας χαρίζει και πάλι την ζωή! Στον κύκλο της ζωής τίποτα δεν μένει στάσιμο, όλα μεταβάλλονται , αρκεί μόνο να προηγηθεί  «το ξύπνημα». Σε περιόδους κρίσης είναι καλό να μην επικρατεί ούτε πανικός ούτε αδιαφορία.  Η λύση βρίσκεται κάπου στην μέση. Πρόκειται για μία πρωτόγνωρη εμπειρία γι όλους κι όποιος προσαρμοστεί πιο γρήγορα στα νέα δεδομένα θα ανταπεξέλθει καλύτερα των συνθηκών. Όσα συμβαίνουν μας επηρεάζουν και μέσα από αυτήν την διαδικασία αλληλεπίδρασης,  όλοι έχουμε να μάθουμε κάτι καινούριο γι εμάς και για τους άλλους.
Εύχομαι στον καθένα υγεία και μία εσωτερική αφύπνιση, που θα τον κινητοποιήσει , σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο.  Να αγαπάτε με πάθος τον εαυτό σας, το σύνολό σας και την ευθύνη.

“Ν' αγαπάς την ευθύνη.
Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου
 έχω χρέος να σώσω τη γης.
Αν δε σωθεί, εγώ φταίω.”
Νίκος Καζαντζάκης

                                                                                                  Ανδριανή Μητροπούλου
                                                                                                               
                                                                                                  Ψυχολόγος, συνεργάτης του ΝΗΜΑτος

Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2020

Το τέλος της ψυχοθεραπευτικής σχέσης



Η ψυχοθεραπεία για κάποιες ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις έχει ως στόχο την επίλυση προβλημάτων, πχ κρίσεις πανικού, κ.α.. Για άλλες προσεγγίσεις, ο στόχος δεν είναι η επίλυση, αλλά η διαδικασία μέσα από την οποία φωτίζονται νέοι δρόμοι που καθιστούν το άτομο πιο ελεύθερο, πιο λειτουργικό, πιο (ψυχικά) ανθεκτικό.
Για πολλούς ψυχοθεραπευτές αλλά και θεραπευόμενους, το τέλος της ψυχοθεραπευτικής σχέσης έρχεται είτε όταν ολοκληρώνεται ο προκαθορισμένος αριθμός συνεδριών (πχ σε βραχυπρόθεσμες ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις), είτε όταν προκύπτει μια σημαντική θεραπευτική αλλαγή / προσωπική εξέλιξη στον θεραπευόμενο.

Ερώτημα:
Ποιο είναι για εσάς το σημείο εκείνο που σηματοδοτεί το τέλος της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας; Γράψτε λίγα λόγια γι’ αυτό, με βάση την συστημική προσέγγιση.
Το τέλος της ψυχοθεραπείας συνίσταται στους σκοπούς της.
Η ψυχοθεραπεία είναι ο ενδελεχής συνοδοιπόρος στο ταξίδι της αυτοπραγμάτωσης, επιχειρεί επομένως να δημιουργήσει στον θεραπευόμενο τις προϋποθέσεις να ενεργοποιηθεί η αυτοποιητική του δυναμική. Μαθαίνει δηλαδή να προσανατολίζεται στη ζωή και να συνθέτει δημιουργικά τις εσωτερικές του πλευρές προς μια ζωή με νόημα. Η αυτοποίηση του εαυτού και του κόσμου ως ατομική δημιουργία, αυτό είναι η ψυχοθεραπεία. Όταν ο άνθρωπος γεννά αυτό που επιλέγει να είναι κάθε φορά, μέσα στα όρια που θέτει η αλληλοσυσχέτιση και αλληλεξάρτηση με το φυσικό, κοινωνικό, ιστορικό του πλαίσιο. Με αυτή την έννοια ο καθένας ορίζει την αρχή και το τέλος της ψυχοθεραπευτικής διεργασίας ως ένα κομμάτι στο συνεχές της ζωής του. Όπως όλα τα ταξίδια λοιπόν, έτσι και το ταξίδι της ψυχοθεραπείας έχει τέλος, έχει δηλαδή ένα σκοπό. Είναι επομένως ανοιχτό και διαφορετικό για κάθε θεραπευόμενο, όπως ανοιχτή, απρόβλεπτη και διαφορετική είναι και η θεραπευτική του διαδρομή. Η ψυχοθεραπεία, ως συνάντηση υποκειμένων, ενέχει μια τελεολογική άποψη για τη ζωή και τον άνθρωπο. Το τέλος της προσδιορίζεται από τους επιδιωκόμενους σκοπούς της και καθοδηγείται από την ανάγκη και την επιθυμία για τη γνώση των μέσων και των τρόπων που οδηγούν σε αυτούς.
Η ψυχοθεραπεία αντανακλάται επίσης σε ένα ανταποδοτικό τέλος, προσδοκά δηλαδή ψυχικά οφέλη. Είναι ως εκ τούτου προσανατολισμένη στο μέλλον και τοποθετεί τα αίτια των πράξεων σε αυτό, υπό την έννοια πως αυτές καθορίζονται από το σκοπό τους κι ο σκοπός βρίσκεται στο μέλλον.

Υποερωτήματα:
1. Τελικά, το ερώτημα «τι είναι θεραπεία», απαντά στο πότε έρχεται το τέλος της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας ή όχι;
Για παράδειγμα, όταν το αρχικό αίτημα για θεραπεία είναι οι κρίσεις πανικού, τι θεωρούμε θεραπεία: την εξάλειψη των κρίσεων πανικού; την μείωση των επεισοδίων; την διατήρηση των επεισοδίων πανικού, όπου όμως ο θεραπευόμενος έχει αρχίσει να τα αποδέχεται και να αισθάνεται πιο ικανός να τα διαχειριστεί; Ή θεραπεία είναι κάτι που υπερβαίνει το σύμπτωμα κι αν ναι τι σημαίνει αυτό, ποιες είναι οι διαδρομές της θεραπείας;

Είναι δύσκολο να εγκλωβίσουμε σε λέξεις την έννοια της «θεραπείας», παρά ταύτα θα μπορούσαμε να την ορίσουμε ως τη διαλογική (δια-του-λόγου / δια-του-άλλου) μακροχρόνια συνήθως διεργασία προσωπικής  αυτογνωσίας και αλλαγής που συντελείται στο τοπίο της ψυχοθεραπευτικής συνάντησης σε ατομικό, οικογενειακό ή ομαδικό επίπεδο. Το νόημα της θεραπείας δηλαδή κατευθύνεται στο σκοπό της αλλαγής του ανθρώπου.
Ως συστημικός ψυχοθεραπευτής μπορώ να σας μεταφέρω τη σημαντικότητα της κατανόησης του νοήματος, ως μέσο συγκατασκευής αφενός της πραγματικότητας και αφετέρου της υποκειμενικότητας και στην τομή αυτών και της θεραπευτικής σχέσης, με την έννοια πως το χτίσιμο αυτής δομείται πάνω σε ένα σκοπό, σε ένα νοηματικό πλαίσιο αναφοράς το οποίο είναι σε διαρκή αλληλεπίδραση, αλληλοσυσχέτιση και αλληλεξάρτηση του θεραπευτή με τον θεραπευόμενο.
Σαφώς η θεραπευτική διαδικασία εκφράζεται μέσα από κάποιες συνήθεις «μορφές» που έχουμε διαθέσιμες, οι οποίες αλλάζουν από πολιτισμό σε πολιτισμό, από χώρα σε χώρα, από προσέγγιση σε προσέγγιση, από θεραπευτή σε θεραπευτή. Η θεραπευτική διαδικασία και οι έννοιες του θεραπευόμενου και του θεραπευτή είναι πολιτισμικές κατασκευές, νοηματοδοτούνται δηλαδή από το κοινωνικοιστορικό πλαίσιο στο οποίο ανήκουν.
Βλέπετε σε μια κουβέντα για τη θεραπευτική πρακτική ξεκινώ με το σκοπό, την αποστολή, το νόημα της θεραπευτικής διαδικασίας. Και αυτό γιατί; Σύμφωνα με την Κατάκη τα συστήματα, σαν κι αυτό που προκύπτει από την θεραπευτική συνάντηση, οργανώνονται ακολουθώντας ένα Γνωστικό Σύστημα Αυτοαναφοράς. Στο ανώτερο σημείο του ΓΣΑ υπάρχει ο σκοπός για τη δημιουργία του συστήματος, ενώ ακολουθούν σε ιεραρχία οι αξίες και οι ρόλοι που ορίζει για τα μέλη του. Στο κατώτερο επίπεδο της πυραμίδας βρίσκονται οι αντιλήψεις για τις καθημερινές συμπεριφορές, με άλλα λόγια οι συμπεριφορές έπονται. Και το καταδεικνύω αυτό ευθείς εξαρχής δεδομένου πως συνήθως προσπαθούμε να «θεραπεύσουμε» στοχεύοντας απευθείας στη συμπεριφορά των θεραπευομένων. Η συμπεριφορά όμως απορρέει από ένα σύστημα ρόλων το οποίο με τη σειρά του υφαίνεται σε ένα πλαίσιο αξιών και αρχών, η σύνθεση των οποίων οριοθετεί το σκοπό ύπαρξης (το νόημα) ενός συστήματος. Η συμπεριφορά στοιχειοθετεί ένα σύμπλεγμα συμπτωμάτων με τα οποία ο θεραπευόμενος προσπαθεί να βρει λύσει στα αδιέξοδα του, όπως είναι και το προαναφερόμενο σύμπτωμα των κρίσεων πανικού. Η «συμπτωματική» συμπεριφορά θα τον φέρει συνήθως στο κατώφλι της ψυχοθεραπείας δημιουργώντας ασυνείδητα την αρχή μιας παράδοξης λύσης. Παράδοξη γιατί τα συμπτώματα που τον ταλαιπωρούν μπορούν να φωτίσουν το δρόμο για τις εσωτερικές αναζητήσεις, συνδέσεις και μετακινήσεις. Το σύμπτωμα με άλλα λόγια μπορεί να λειτουργήσει ως ο καταλύτης των αδιεξόδων, τι στιγμή μάλιστα που τόσο ο θεραπευόμενος, όσο και η οικογένειά του φορτώνουν σε αυτό τα αίτια των δυσλειτουργιών του. Θα μπορούσαμε να παρομοιάσουμε τα συμπτώματα με ένα ταχυδρόμο, ο οποίος μας φέρνει ένα μήνυμα. Αν εμείς επιθυμούμε να «εξοντώσουμε» τον ταχυδρόμο χάνουμε μια ευκαιρία να ακούσουμε τι μας κομίζει. Το μήνυμα του έχει βέβαια μια «ονειρική» μορφή, χρειάζεται δηλαδή αποσυμβολοποίηση, να το δούμε κάτω από τις μεταμφιέσεις του, μπορεί να είναι ντυμένο ως κρίση πανικού, κρίση άγχους, σωματικό σύμπτωμα, κ.ο.κ. Το αρχικό σύμπτωμα επομένως θα μας υποδείξει τους υποδυόμενους ρόλους, οι οποίοι  υφαίνονται από το αξιακό σύστημα το οποίο με τη σειρά του υπηρετεί και νοηματοδοτεί το σκοπό του υποκειμένου. Μέσα από αυτή την αλληλουχία θα επιχειρήσει ο θεραπευόμενος τις εσωτερικές του καταδύσεις, την επούλωση των εσωτερικών του ρωγμών και την μεταφύτευση σε αυτές νέων μοτίβων συμπεριφοράς.
Η ψυχοθεραπευτική συνάντηση δημιουργεί ένα συγκινησιακό κλίμα με ένα κυρίαρχο στόχο την αλλαγή του θεραπευόμενου. Ο θεραπευτής δεν συνιστά ένα πρόσωπο ηγετικό, μια αυθεντία απόμακρη, ούτε όμως ένα ισοδύναμο συνομιλητή, δεν είναι δηλαδή αυθεντία αλλά αυθεντικός. Ο θεραπευτής είναι δάσκαλος κι όπως κάθε δάσκαλος καλείται να μάθει στο μαθητή του και μέσα από αυτή τη διαδικασία να γίνεται κι εκείνος καλύτερος. Είναι ένας δάσκαλος χορού, του χορού της θεραπείας. Η γνήσια στόφα και η αυθεντικότητα του επιτρέπουν να συνεξελίσσεται δημιουργικά με τον θεραπευόμενο και ναι αυτή είναι η μεγαλύτερη ευλογία αυτού του επαγγέλματος, να μαθαίνεις τον εαυτό σου λειτουργώντας υποστηρικτικά στους άλλους. Και να μαθαίνεις τον εαυτό σου είναι μια συνεχής διεργασία συνυφασμένη με την ίδια τη ζωή, ως εκ τούτου η συνεξέλιξη είναι το αμοιβαίο συμβόλαιο της θεραπευτικής σχέσης.
Στο ερώτημα λοιπόν αν τελειώνει η ψυχοθεραπεία θα σας έλεγα με ευθύτητα πως όχι, με την έννοια ότι οποιασδήποτε μορφής ψυχοθεραπεία σε φέρνει σε επαφή με την εσωτερική σου πραγματικότητα. Σε συμπυκνωμένο χρόνο η ψυχοθεραπευτική διαδικασία σου καθρεφτίζει καταστάσεις, σε διευκολύνει να δεις υπόγειες, κρυμμένες τραυματικές εμπειρίες και σου δίνει την ευχέρεια και τη δυνατότητα, δυναμώνοντας το εγώ, να κάνεις τις απαραίτητες διορθωτικές κινήσεις. Η ψυχοθεραπεία είναι μια αναστοχαστική πράξη, μια συμβολική γλώσσα, μια γλώσσα του εαυτού μας, την οποία κανείς χρησιμοποιεί όταν την έχει ανάγκη. Είναι επίσης μια κατεύθυνση, δεν σημαίνει ότι αργότερα στη ζωή σου δεν θα υπάρξουν πάλι γεγονότα που θα χρειαστεί να χρησιμοποιήσεις αυτή τη γλώσσα (που θυμίζω σε φέρνει σε επαφή με το ασυνείδητο, δηλαδή τα θέλω και τον εσωτερικό σου εαυτό). Και παρά το γεγονός ότι πολύ λένε πως αφού έκανα αυτά τα χρόνια είμαι εντάξει, νομίζω πως τη χρήση αυτής της γλώσσας την έχουμε πάντα ανάγκη, μέχρι να τελειώσει η διαδρομή της ζωής μας. Δεν τελειώνει επομένως η θεραπεία, τελειώνει το συμπυκνωμένο χρονικό διάστημα για να μάθεις να χειρίζεσαι, να διαχειρίζεσαι, αλλά και να συναισθάνεσαι, να κατανοείς δηλαδή συναισθηματικά, τις πτυχές του εαυτού σου, αυτό το στόχο έχει η θεραπεία.
Η ψυχοθεραπεία δεν έχει στεγανά, είναι ένας εξελισσόμενος χώρος, γιατί δεν έχει ένα απτό υλικό που θα προσδιορίσει με την αντικειμενικότητα των θετικών επιστημών ένα επιστημονικό πεδίο συμπαγές, το οποίο με τη σειρά του θα καθορίσει ένα συμπαγές ψυχοθεραπευτικό παράδειγμα ή υπόδειγμα, ένα manual. Σαν να ξεκινάς μια ψυχοθεραπευτική διαδικασία με έναν θεραπευόμενο και να πρέπει να προσδιορίσεις από την αρχή τι εσωτερικά ταξίδια ή και τι φουρτούνες πιθανότατα θα έρθουν στην επιφάνεια. Όταν ξεκινά η θεραπεία δεν ξέρουμε ποια τραύματα έχει ο θεραπευόμενος ή αν έχει, ούτε το αίτημα του είναι αυτό καθαυτό αληθινό (αυτό με το οποίο έρχονται). Η αλήθεια του συμπτώματος είναι κρυμμένη στους συμβολισμούς του, με την έννοια πως τα αιτήματα που έρχονται στο πλαίσιο της θεραπείας δεν είναι πάντοτε τα πραγματικά, άλλο το αίτημα κι άλλο αυτό που θα βγει στη θεραπευτική πορεία. Είναι ένα ταξίδι που η εμπειρία δεν είναι ίδια για όλους, είναι μοναδική για τον καθένα, και αυτά που χρειάζονται είναι θεραπευτική συμμαχία, και στην ψυχοθεραπευτική διαδικασία παίζει ρόλο η προσωπικότητα του θεραπευτή, το πόσες αντιστάσεις έχει ο θεραπευόμενος, κλπ. Αυτό σημαίνει πως η θεραπευτική σχέση ορίζεται από την ψυχική συνάντηση κι όχι από τη δυναμική του συμπτώματος. Το σύμπτωμα κατηγοριοποιεί και εξειδικεύει την παρέμβαση, ενώ η σχέση εντάσσει, βαθαίνει και διευρύνει τη θεραπευτική διαδρομή.

Όπως λέει μια θεραπευομένη μου «η ψυχοθεραπευτική διαδικασία σε οδηγεί κάθε φορά να ανακαλύπτεις μια νέα πλευρά του εαυτού σου, καθώς και να αντιμετωπίζεις κάποιες επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές». Στο ερώτημα που τίθεται τι είναι θεραπεία θα έλεγα πως είναι να πονάς λιγότερο για τα τραύματά σου και περισσότερο για τις αλλαγές σου. Όταν η ψυχή δεν πονά, παρά μόνο για να αλλάξει,  (η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει), όταν δεν σε ματαιώνουν οι αδυναμίες σου, αλλά γίνονται ο δρόμος της αλλαγής, όταν γνωρίζεις καλύτερα τον εαυτό σου και τον βελτιώνεις για να είσαι ο ίδιος πάνω από όλα καλά, όταν πραγματώνεις τις επιθυμίες σου. Όταν γνωρίζεις τον εαυτό σου, η ψυχοθεραπευτική διαδικασία σε οδηγεί να εξελιχθείς στην καλύτερη εκδοχή του εαυτού σου. Σαν να λέμε πως ενώ η ψυχοθεραπευτική διαδικασία έχει το συμβολικό της τέλος, η «θεραπεία» συνεχίζει νομοτελειακά για όλη μας τη ζωή. Κι αυτό το τέλος το ορίζει η δέσμευση για αλλαγή, όταν μάθεις τον συμβολικό χορό της ενηλικίωσης.


2. Υπάρχει επικοινωνία με τον θεραπευόμενο, μετά το κλείσιμο της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας;
Η ψυχοθεραπευτική σχέση δεν είναι εργαλειακή, είναι βαθύτατα ανθρώπινη και ουσιαστική. Στηρίζεται στην εμπιστοσύνη και τη δέσμευση για αλλαγή και σου μαθαίνει να κινείσαι αυτόνομα στο πεδίο της συντροφικότητας και του αποχωρισμού. Στη σχέση αυτή μαθαίνεις να σχετίζεσαι, αλλά και να αποχωρίζεσαι τον άλλο σαν έρθει η ώρα να του επιτρέψεις το δικό του μεγάλωμα. Τότε που η σχέση δεν παύει μα παίρνει μια άλλη μορφή.


Δρ Γιώργος Γιαννούσης Ψυχοθεραπευτής, Οικογενειακός θεραπευτής