Δεκαπέντε ολόκληρες μέρες δίχως σχολείο, η απόλυτη ευτυχία. Αυτή η μνήμη, κυρίως, κυριαρχεί από την περίοδο των παιδικών μου Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. Επίσης, η μνήμη μιας θαλπωρής που είχε εκείνη η περίοδος, μια περίοδος με περισσότερο φαγητό, γλυκά, και τραπεζώματα. Είχε για παράδειγμα τηγανιά χοιρινή με πράσο. Χοιρινό, εθιμικά, τρώγαμε μια φορά το χρόνο, οπότε αντιλαμβάνεστε τη γλύκα και τη νοστιμιά του. Είχε και τις πρώτες απόπειρες να γιορτάσουμε με δυτικότροπους τρόπους, όπως ένας υποτυπώδης στολισμός δέντρου. Είχε ζεστές καρδιές και ηχηρά μηνύματα, που υποδόρια επηρεάζανε τη συλλογική μας κουλτούρα και τις συνειδήσεις μας.
Για κάποιο αδιόρατο λόγο ήταν, λοιπόν, σημαντικές. Τα μηνύματα των γιορτών συντονιζότανε με την καθημερινότητα των ανθρώπων. Η φάτνη έμοιαζε με το μαντρί μας, τα χνώτα των ζώων που ζέσταιναν τον Χριστό, ήταν ίδια με αυτά των δικών μας ζώων. Η ταπεινότητα του καινούργιου που γεννιέται ήταν τόσο οικεία, καθώς οι άνθρωποι συγχρονίζανε τις ζωές τους στον κύκλο της παραγωγής, όπου η γέννηση κι ο θάνατος κυριαρχούσαν παντού. Μας έλειπαν, βέβαια, τα δώρα, αλλά έτσι όπως τα ονόμαζαν στην θρησκευτική παράδοση, σμύρνα, λιβάνι και χρυσό, δεν πολύ-καταλαβαίναμε την αξία τους. Μόνο του χρυσού η αξία ήταν κάπως γνωστή κι αυτή είχε το αντίβαρό της, καθώς όλοι είχαμε από ένα χρυσό σταυρουδάκι, ως δώρο της δικής μας γέννησης ή βάπτισης.
Αυτή η περίοδος είχε και μια προσμονή, όπως κάθε γιορτή. Την προσμονή της αγάπης. Όλα τα παραπάνω είχαν ένα κόπο για να γίνουν, έναν κόπο που ύφαινε το δίκτυο των σχέσεων. Όλοι είχαν ένα ρόλο και μέσα απ’ αυτόν νιώθανε πως ανήκουν. Δεν ήταν όλα εύκολα, ούτε αρμονικά φτιαγμένα. Ίσως σε πολλές περιπτώσεις αυτοί οι ρόλοι να φυλακίζανε τις προσωπικές επιθυμίες στο κελί της συλλογικότητας. Σε κάθε περίπτωση τότε, τα όρια και οι νοηματοδοτήσεις της αγάπης ήταν πολύ διαφορετικά, όμως η αγάπη πάντα είναι ίδια.
Προσωπικά ένιωθα αυτή την αγάπη, την γλυκιά αίσθηση του ανήκειν. Εισέπραττα τον κόπο των μεγάλων σαν απόδειξη και της αγάπης και του μαζί. Αυτός ο κόπος είχε μια επαναλαμβανόμενη κυκλικότητα. Όλα εντασσόταν στον ετήσιο κύκλο των εργασιών της οικογένειας. Θυμάμαι η περίοδος των Χριστουγέννων είχε τη μεγάλη σφαγή των αμνών και την έναρξη του αρμέγματος. Άλλαζε κάπως το πρόγραμμα και υπήρχε μεγαλύτερη ανάγκη από χέρια, έτσι κι εμείς τα παιδιά βοηθούσαμε περισσότερο στις εργασίες, με την ευκαιρία και των διακοπών του σχολείου.
Αυτές οι γιορτές είχαν μια ταπεινοφροσύνη και μια γενναιοδωρία ταυτόχρονα. Είχαν τη νηστεία και την αφθονία διαδοχικά. Με συνεκτικό κρίκο την πίστη και την ακολουθία του κύκλου της παραγωγής.
Η κοινωνική ακολουθία των γιορτών δημιουργούσε μια ασφάλεια, μας έκανε να νιώθουμε κομμάτι του κύκλου των δικών μας ανθρώπων και ταυτόχρονα μια οντολογική ασφάλεια, ίσως μη συνειδητοποιημένη, αλλά παρούσα.
Χρειάζεται να έχουμε υπόψη ότι τα Χριστούγεννα είναι μέσα στο βαρύ χειμώνα, αλλά ακριβώς εκεί που ξεκινά η διάρκεια της ημέρας να μεγαλώνει. Έρχονται επομένως να επιτελέσουν ένα σημαντικό ρόλο, δηλώνοντας καταρχάς την επιθυμία το φως να κερδίζει το σκοτάδι, την ανάγκη των ανθρώπων να έχουν τροφή και την ευγνωμοσύνη τους στους «θεούς», όταν αυτό συμβαίνει.
Επίσης, λειτουργούσαν ως συνεκτικός δεσμός, ενοποιούσανε δηλαδή τους ανθρώπους σε συλλογικά νοήματα, βοηθώντας έτσι στη συντήρηση και την αναπαραγωγή του κυρίαρχου αφηγηματικού λόγου περί κοινωνικής συγκρότησης. Παράλληλα έδιναν την ψευδαίσθηση της ομοιομορφίας, καθώς οι γιορτές αφορούν όλους. Όλοι, σε οποιαδήποτε κοινωνική τάξη κι αν βρίσκονται, είναι κάτω από τον μανδύα της Πίστης και του ιερού.
Οι γιορτές είναι ένα συλλογικό παραμύθι μνήμης που αποσκοπεί στην κοινωνική συνοχή και την αναχαίτιση των υπαρξιακών αγωνιών του ανθρώπου. Αυτή η φυσιοκρατική και ταυτόχρονα ανθρωπο-κεντρική αντίληψη, με κοινωνικό προσανατολισμό, ενυπάρχει και στους σύγχρονους εορτασμούς των Χριστουγέννων. Εδώ η κόλλα βέβαια είναι η αγορά και η κατανάλωση προϊόντων κι όχι κάποια θεότητα. Οι επιμέρους θεότητες παραμένουν στο παρασκήνιο, ως το αόρατο ορόσημο μιας ευφυούς παρακαταθήκης που διαμορφώθηκε σταδιακά στον καπιταλισμό. Μια παρακαταθήκη γεμάτη συμβολισμούς, πρόσωπα και έθιμα, που εκτός των άλλων επιχειρούν μια παγκοσμιοποιημένη γιορτή. Σαφώς με διαφοροποιήσεις και διαχωρισμούς, που ακουμπούν στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά εθνών, κοινωνιών και ομάδων, συγκλίνοντας όμως στην ευρεία κατανάλωση. Ο θεός που αναγεννάτε είναι η κατανάλωση.
Καταναλωτική αγάπη δεν υπάρχει όμως. Η αγάπη φωλιάζει μόνο μέσα στις καρδιές μας και στην αμοιβαιότητα, στην ανάγκη να συνυπάρχουμε και μέσα από τις αντιφάσεις και τις διαφορές μας να φτιάχνουμε ένα λειτουργικό «μαζί».
Για την τέχνη της αγάπης, σας παραπέμπω στο νέο μου βιβλίο με τίτλο «Μετά τον έρωτα τι;». Ένα βιβλίο ψυχολογίας, γραμμένο με λογοτεχνικό ύφος, που εξερευνά τη μεταμόρφωση της ερωτικής σχέσης, την πρόκληση της συντροφικότητας, τη διαχείριση των κρίσεων και την αναζήτηση της αγάπης μετά το αρχικό πάθος, ή τις πρωταρχικές προσδοκίες, τονίζοντας πως η σχέση μπορεί να αλλάξει και να αναγεννηθεί, μέσα από την διαρκή συνεξέλιξη, τη διαπραγμάτευση και την αμοιβαιότητα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου