Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

Η ψυχοθεραπεία ως πολιτική πράξη (ψ + κ = Π)

Η ψυχοθεραπεία τόσο σε θεωρητικό, όσο και σε πρακτικό επίπεδο οφείλει, παράλληλα με τις ενδοψυχικές και σχεσιακές της θεωρήσεις, να αντικατοπτρίζει τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες και να διεγείρει την αισθητηριακή αντίληψη των θεραπευομένων σε αυτές. Η ψυχοθεραπεία, με άλλα λόγια, χρειάζεται να γίνει περισσότερο «κοινωνιολογική», ερμηνευτική και αναλυτική.


Να στοχεύει στην ερμηνευτική ανάλυση της κοινωνικής πραγματικότητας, μέσω της οποίας θα επιχειρεί να μεταφέρει ένα μήνυμα που θα δράσει καταλυτικά στην ζώσα πραγματικότητα των θεραπευόμενων. Ο ψυχοθεραπευτής γίνεται στην ουσία ενδιάμεσος μεταξύ εαυτού και κόσμου, μια γέφυρα που δύναται να ενδυναμώσει τους δεσμούς μεταξύ της εσωτερικής και εξωτερικής πραγματικότητας του υποκειμένου.

Η καταλυτική αυτή συνεισφορά του θεραπευτή απαιτεί την αυθεντική του στάση, καθώς και τη συνεχή αναζήτηση του εαυτού ως άλλο, δηλαδή της αναζήτησης του κόσμου ως γνώση του εαυτού. Η σχέση αυτή μεταφέρει σε όλα τα πεδία νέες αντικειμενικές αλήθειες ως υποκειμενικά βιώματα και επιτρέπει την ανάπτυξη της ατομικής ελευθερίας μέσα στο πλαίσιο μιας οργανωμένης συλλογικής αίσθησης.

Η ψυχοθεραπεία, σύμφωνα με το πρόταγμα της εξελικτικής συστημικής προσέγγισης, έχει ένα ρόλο πολιτικό, συγκεφαλαιωτικό και συνάμα κοινωνικοποιητικό, στοχεύει δηλαδή στο να υποστηρίξει το υποκείμενο στην προσπάθειά του να ξεφύγει από τη φάση του καταναλωτή και τις νευρώσεις που αυτή παρήγαγε και να δημιουργήσει ένα περισσότερο υγιές πλαίσιο αυτοαναφορικότητας και συλλογικότητας.

Και αντιστοίχως ως θεραπευτές χρειάζεται να διατελέσουμε ένα κοινωνικό ρόλο και να λειτουργούμε διαμεσολαβητικά, εισάγοντας μια «διαφορά», εισάγοντας δηλαδή κενά δαιμόνια που θα αποδομήσουν το σημερινό τρόπο που ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται τα πράγματα και παράλληλα να οικοδομήσουμε ένα νέο επιστημολογικό υπόδειγμα που θα αποτελεί συνάμα και μια νέα κοινωνική πρόταση, όπως επιχειρώ να προτείνω προσωπικά με την εισαγωγή της εξελικτικής συστημικής προσέγγισης.

Από το υποκείμενο στο πρόσωπο

Η πολιτική οπτική της ψυχοθεραπείας στρέφει τον φακό στην οργάνωση των υλικών που συνθέτουν την πραγματικότητα και βοηθά το υποκείμενο να αναγνωρίζει την δομή της, ώστε να μετασχηματιστεί σε προσωπικότητα.

Σήμερα ζούμε σε ένα διχοτομημένο, διπολικό κοινωνικό περιβάλλον, το οποίο κατανέμεται σε κάθε πτυχή της κοινωνικής μας πραγματικότητας. Οι άνθρωποι μέσα στα δίπολα αισθάνονται μια ιδιόρρυθμη ασφάλεια και ανακούφιση, αυτό όμως που δεν αντιλαμβάνονται εγκλωβισμένοι σε αυτά είναι πως βρίσκονται σε ένα συνεχόμενο εκκρεμές όπου ταλαντεύονται από τη μία του άκρη στην άλλη.

Η συνθήκη αυτή αφήνει ανοιχτή μια εκκρεμότητα, την δυνατότητα να επιτευχθεί μια αρμονική σύνθεση των αντιθέτων, η οποία θα δημιουργήσει με την σειρά της μια νέα αίσθηση της πραγματικότητας. Ένα δίπολο που βιώνουμε αυτή τη περίοδο ως Έλληνες είναι πως όσο μεγάλη είναι η ιστορική μας παράδοση, άλλο τόσο κοντή είναι η μνήμη μας. Αυτό το δίπολο φοβάμαι πως θα κυριαρχήσει και στην πανδημική κρίση, την οποία μόλις ξεπεράσουμε θα την ξεχάσουμε και κυρίως θα ξεχάσουμε όσα μηνύματα κατάφερε να στείλει και όσα απωθημένα και κακοφορμισμένα στοιχεία κατάφερε να φέρει στην επιφάνεια.

Κι όσο κι αν φαίνεται περίεργο στην διπολικότητα οι άνθρωποι ενώ φαίνεται πως έχουν την ευθύνη -διότι διαρκώς μετακινούνται προς αυτή- στην πραγματικότητα απομακρύνονται από αυτή. Οι άνθρωποι στερούνται μιας αντικειμενικής ματιάς απέναντι στα γεγονότα. Συνηθίζουμε να λέμε πως είμαστε στο τέλος των μεγάλων αφηγήσεων και όλες οι μεγάλες Αλήθειες έχουν καταρρεύσει, αφήνοντας το υποκείμενο μόνο απέναντι στη διαμόρφωση της προσωπικής του κοσμοαντίληψης.

Τι συνέβη όμως στην πραγματικότητα; Καταρρεύσανε όντως οι μεγάλες αφηγήσεις ή απλά επικράτησε μία από αυτές, ο Καπιταλισμός δηλαδή. Η αίσθηση όμως πως κατακερματίστηκαν οι μεγάλες αλήθειες, ενώ αρχικά διόγκωσε τον υποκειμενισμό και έδωσε μεγάλη ώθηση στην ανάπτυξη του ανθρώπινου πολιτισμού, οδήγησε εν τέλει σε έναν απέραντο σχετικισμό, ο οποίος όχι μόνο κατακερμάτισε τον άνθρωπο, αλλά και τον κοινωνικό δεσμό.

Πιστεύω πως ενδιαμέσως της πανδημικής κρίσης είναι η ώρα όλοι μαζί να «συμφωνήσουμε» ποιον καινούργιο «-ισμό» θα διαμορφώσουμε για να υπηρετήσουμε το κοινό καλό. Ένα αντιληπτικό πλαίσιο που αναδύεται ως η νέα πραγματικότητα είναι ο «περιβαλλοντισμός», όχι μόνο με την έννοια του κλίματος και του περιβάλλοντος, αλλά της γενικότερης σύμπλευσης του ανθρώπου με τη φύση και τη «φύση» του. Το άρμα της προόδου χρειάζεται να μετατοπιστεί από τον ανθρώπινο ναρκισσισμό στη σοφία της φύσης.

Η πανδημία και προσφάτως η ενεργειακή κρίση μας έβαλαν μπροστά σε κάποιες αλήθειες που είναι μεγαλύτερες από εμάς, έχουν δηλαδή υπαρξιακό υπόβαθρο. Το μικροσκόπιο της πανδημίας έδειξε την τραυματισμένη ράχη και η βιαιότητα της απειλής της έξυσε τα αποστήματα του «κόσμου». Επανάφερε το μέτρο; Στην πράξη όχι, το έθεσε όμως σε μια διαπραγμάτευση, το έβαλε στον κοινωνικό και τον εσωτερικό διάλογο, αλλά τι μέλλει γενέσθαι μένει να το δούμε.

Έχουμε οφείλω να πω μια αδυναμία να αξιοποιούμε την αντιξοότητα, έτσι και τώρα αυτό που επιδιώκουμε είναι να αντέξουμε την αντιξοότητα και απλά να περιμένουμε αυτή να περάσει. Χρειάζεται όμως να βιώσουμε αυτή την εμπειρία, δίχως να την θεωρήσουμε απλά μια δυσάρεστη παρένθεση στη ζωή μας, διαφορετικά δεν θα της επιτρέψουμε να δώσει ώθηση στις αναγκαίες εκείνες εσωτερικές διεργασίες -στο άτομο και στις κοινωνίες- οι οποίες θα επιτρέψουν τον μετασχηματισμό τους.

Έχουμε ωστόσο σε αυτή την περίοδο, όπου εκτός των άλλων συνειδητοποιούμε την απληστία μας έναντι των φυσικών πόρων, ένα χρέος να ενισχύσουμε τους θεσμούς, ειδικά όσους πλήττονται από την ίδια την αυτό-ακυρωτική λειτουργία τους. Έχουμε ένα προσωπικό καθήκον, σε αντίθεση με την παραδοξότητα της ατομικής ευθύνης, να ενισχύσουμε τον κοινωνικό δεσμό, διότι μια στείρα ατομική ευθύνη οδηγεί σε ένα αποδυναμωμένο άτομο και ένα τραυματισμένο κοινωνικό δεσμό.

Οι κοινωνίες δεν έχουν συλλογικά διακυβεύματα και αξίες οι οποίες θα στεγάσουν την ανθρώπινη ύπαρξη. Ο καθένας είναι έρμαιο της ενδεχομενικότητας του υποκειμένου, της προσωπικής ματιάς δηλαδή που διαμορφώνει την πραγματικότητα. Ας πούμε δεν έχουμε συλλογικά διακυβεύματα για την βίωση του πένθους, με συνέπεια ο καθείς καλείται μόνος του να βιώσει την οδύνη του.

Από τον θάνατο ως κοινωνικό γεγονός της κοινότητας, στη μοναχικότητα και τη σιωπή της σύγχρονης διαχείρισης του πένθους έχουμε διανύσει μια μεγάλη απόσταση. Σήμερα μπορεί να δεις έναν άνθρωπο να συγκινείται βλέποντας μια κηδεία σε μια κινηματογραφική ταινία και να σιωπά, υπό την επήρεια ψυχοφαρμάκων, με ένα απλανές βλέμμα, στην κηδεία ενός δικού του ανθρώπου. Κι ας μην πάμε μακριά, ο σύγχρονος άνθρωπος έχει διαμοιράσει την αξία των συναισθημάτων σε ευχάριστα και δυσάρεστα κι έχει απωλέσει την έκφραση όσων κρίνονται δυσάρεστα.

Γίνεται έτσι ο άνθρωπος φυγόπονος και φιλήδονος, εστιασμένος στη χαρά, την οποία όμως κι αυτή δεν έχει μάθει να αισθάνεται. Και ξέρετε γιατί, επειδή ή θα νιώθεις ή δεν θα νιώθεις, δεν υπάρχει δηλαδή επιλεκτική αίσθηση ή διάκριση των συναισθημάτων. Έτσι όταν για παράδειγμα μαθαίνουμε σε ένα παιδί να μην στεναχωριέται, παράλληλα του μαθαίνουμε να μην χαίρεται. Ή επομένως θα του επιτρέψουμε την έκφραση όλων των συναισθημάτων και θα του μάθουμε πως να τα αξιοποιεί ή θα τον ευνουχίσουμε συναισθηματικά.

Ας πούμε επίσης μια ολόκληρη κοινωνία προσπαθεί να βρει τρόπους να μην έχει άγχος, δεν γίνεται όμως, διότι το άγχος δείχνει πως βρίσκεσαι ενώπιον μιας σημαντικής διεργασίας ή ενός σημαντικού έργου. Άγχος έχουμε δηλαδή πάντα πριν επιχειρήσουμε κάτι σημαντικό και είναι αυτό που μεταφέρει τους φόβους, την αγωνία, την χαρά για αυτό που μας συμβαίνει.

Δεν είναι δυνατόν λοιπόν να επιζητούμε να μειωθεί το άγχος, αλλά να αναζητούμε τρόπους ο ψυχισμός μας να γίνεται περισσότερο ανθεκτικός από αυτό. Οι εσωτερικές διεργασίες με τα κοινωνικά επιτεύγματα είναι ο ιδανικός συνδυασμός για να μπορέσουμε να αξιοποιήσουμε το άγχος ως σκαλοπάτι της προσωπικής μας ωρίμανσης. Φανταστείτε επομένως πόσο κατασταλτικά λειτουργεί στην υγιή μας ανάπτυξη η επιθυμία να αποσβέσουμε το άγχος, κυρίως με ψυχοφάρμακα.

Η απουσία του συλλογικού παραδείγματος είναι και μια αποτυχία του πολιτικού μας συστήματος. Έχουμε το πολιτικό σύστημα που μπορούμε να έχουμε, αυτό που μας αξίζει. Φυσικά το ίδιο το «σύστημα» έχει τις περισσότερες ευθύνες, όπως ακριβώς συμβαίνει και στο πλαίσιο μιας οικογένειας, αν οι γονείς λειτουργούν ως υγιή πρότυπα, τότε και τα παιδιά θα εκπαιδευτούν αντίστοιχα στο ίδιο μοτίβο. Ο πατερναλισμός του κράτους λοιπόν λειτουργεί στο ίδιο πλαίσιο με τον πατερναλισμό στην οικογένεια.

Το πολιτειακό σύστημα λειτούργησε ως ένα κλειστό σύστημα -κύκλωμα- όπου ενώ η ελληνική κοινωνία έκανε της δικές της αλλαγές, το πολιτικό σύστημα παρέμεινε αδρανές, ίδιο, δίχως την σχετική ανατροφοδότηση που θα του επέτρεπε τις υγιείς του μεταλλάξεις. Το πολιτικό σύστημα είναι συνυφασμένο με τα διαγενεακά μας τραύματα, τα κουβαλά αναλλοίωτα, ως το κατεξοχήν σημάδι της μη αλλαγής. Ως σημάδι του ελληνικού μύθου, ο οποίος αναφέρεται στην αδυναμία μας να ζήσουμε «ελεύθεροι».


Είναι λύση σε όλα αυτά είναι η επιστροφή στην «παράδοση»;

Δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω. Την παράδοση βέβαια την κουβαλάμε μέσα μας και ενίοτε λειτουργούμε μέσα σε μια πολιτισμική σύγχυση μεταξύ παράδοσης και μετανεωτερικότητας στην προσπάθειά μας να ορίσουμε το νέο πλαίσιο. Αυτό χρειάζεται ένα ατομικό και συλλογικό αναστοχασμό, δηλαδή να κάνουμε μια επικαιροποίηση των εννοιών, όπως για παράδειγμα αυτής του κοινοτισμού.

Μπορούμε να τον επαναφέρουμε κρατώντας την αμεσότητα της δημοκρατίας και του κοινωνικού ελέγχου, μετασχηματίζοντας το ηθικό πλαίσιο και πετώντας όλες τις στερεοτυπικές αντιλήψεις, οι οποίες πλέον δεν θωρακίζουν τον κοινωνικό δεσμό. Αυτή η νέο-κοινότητα δημιουργεί την ίδια αίσθηση ασφάλειας επιτρέποντας παράλληλα περισσότερο ευπροσάρμοστες ατομικές ελευθερίες.

Οι κοινωνίες όπως διαμορφώνονται έχουν ανάγκη την αύξηση του κοινωνικού ελέγχου -όχι του πολιτειακού- τον οποίο δεν μπορούν να παρέχουν τα απρόσωπα κοινωνικά συστήματα, τα οποία αναπαράγουν τις υφιστάμενες δομές εξουσίας.

Η αναζήτηση των δομικών αιτιάσεων υπερβαίνει την ψυχολογικοποίηση των φαινομένων και μας δίνει την δυνατότητα να δούμε τα ψυχικά φαινόμενα ως κοινωνικές μορφές, ότι δηλαδή, υπάρχουν, συνυπάρχουν και διαμορφώνονται διά μέσου των κοινωνικών επιταγών. Οι προηγούμενες γενιές στο δυτικό κόσμο μεγαλώσανε με την (ψευδ)αίσθηση ότι οι κοινωνίες μας είναι αταξικές.

Μέσα στην κουλτούρα του καταναλωτισμού δημιουργήθηκε η ψευδαίσθηση πως όλοι μπορούν να πετύχουν τα πάντα, πως όλοι έχουν ευκαιρία στο καπιταλιστικό όνειρο. Όλοι μπορούν να γίνουν πολλοί σπουδαίοι ή να αποτύχουν είναι το σύνθημα και βεβαίως και στις δύο περιπτώσεις -της επιτυχίας ή της αποτυχίας- την ευθύνη την έχει το άτομο.

Η διαχείριση της πανδημίας κι όλων των κρίσεων της μετα-πανδημικής περιόδου, είναι ταξική και οι συνέπειές της θα είναι επίσης ταξικές και ασφαλώς τοξικές…

Σε προσωπικό επίπεδο είναι ίσως πιο εύκολο να βρει ο καθένας πως θα διαχειριστεί αυτή την αντιξοότητα για να αυξήσει την ανθεκτικότητά του, ενώ σε συλλογικό επίπεδο δεν έχουμε βρει ακόμη κοινούς τόπους και τρόπους για να θωρακιστούμε ως κοινωνία. Κι επειδή υπάρχει πολύ καταπίεση στις κρίσεις αυτές -περισσότερη από ότι στις προηγούμενες- οι άνθρωποι κάπου πρέπει να την εκτονώνουν.

Μια πρώτη πτυχή αυτής της καταπίεσης είναι η πολύ έντονα καταπιεσμένη σεξουαλικότητα, η οποία ενώ υπήρχε σε μια κοινωνία σαν τη δική μας, αυξάνεται περισσότερο η ένταση της δεδομένου πως λιγοστεύουν οι δίοδοι έκφρασής της. Φαντάζομαι λοιπόν πως αυτή η καταπιεσμένη σεξουαλικότητα θα εκφραστεί με επιθετικούς τρόπους και η επιθετικότητα δεν έχει να κάνει μόνο με εξωστρεφείς συμπεριφορές, αλλά και με εσωστρεφείς.

Θα δούμε δηλαδή τους ανθρώπους είτε να πληγώνουν, είτε να πληγώνονται. Και μάλλον υποθέτω πως περισσότερο θα πληγώνονται παρά θα πληγώνουν δεδομένου πως ενισχύεται σε υπερθετικό βαθμό μέσα από τις κρίσεις η έννοια της ατομικότητας.

Ενώ η φύση των κρίσεων μας ωθεί προς την ενίσχυση του κοινωνικού δεσμού, η διαχείρισή της μας πάει προς την ατομικότητα. Και που εξελίσσεται η εκτόνωση της σεξουαλικότητας; μα φυσικά στο διαδίκτυο. Το ψηφιακό περιβάλλον έτσι κι αλλιώς θα παίξει τον καθοριστικότερο ρόλο στο πως θα εκφραστεί η σεξουαλικότητά μας και στο πως θα συντροφεύονται οι άνθρωποι στο μέλλον.

Πίσω από την σεξουαλικότητα και την οργάνωση των κοινωνικών σχέσεων κρύβεται και το πως θα οργανωθεί η δομή των νέων παραγωγικών σχέσεων, δηλαδή ποια θα είναι η κουλτούρα του νέου εργάτη. Και η νέα αυτή κουλτούρα που διαφαίνεται πως πάει να διαμορφωθεί είναι ο άνθρωπος ο οποίος θα αυτορυθμίζεται και θα αυτό-συμμορφώνεται.

Κι αυτό διότι ο σύγχρονος εργάτης/υπάλληλος έχει ζυμωθεί στην συμμόρφωσης, δίχως μάλιστα να έχει αντιληφθεί σε βάθος πως η χειρότερη μορφή της είναι η αυτόκλητη συμμόρφωση. Η κοινωνία λοιπόν εκπαιδεύεται στο μοτίβο της αυτό-συμμόρφωσης, το οποίο στις επόμενες γενιές θα εσωτερικευθεί σαν ένα δεδομένο μοτίβο αυτοπραγμάτωσης και νοηματοδότησης της ζωής.

Δευτερευόντως υπάρχει μια απώθηση του πένθους σε ατομικό, οικογενειακό και κοινωνικό επίπεδο. Η μετατόπιση του πένθους στις αθέατες πλευρές της ψυχής μας εγκυμονεί σοβαρά τον κίνδυνο της μη ορατότητας της ίδιας της ζωής. Η εξοικείωση του ανθρώπου με την απώλεια δημιουργεί τις συνθήκες επαναδόμησης και εξέλιξης του ανθρώπου και της κοινωνικής του υπόστασης.

Η αισιόδοξη οπτική όλων αυτών είναι να μπορούμε να βλέπουμε με μια περισσότερο ρεαλιστική ματιά την πραγματικότητα και κατά κάποιο τρόπο μιλώ για την αφύπνιση της συνείδησης, η οποία εμπεριέχει την αναμόχλευση του ασυνείδητου, μεγαλύτερη και σαφέστερη γνώση του υποσυνείδητου και φυσικά την επίγνωση αυτών που υπάρχουν γύρω μας και συνθέτουν την πραγματικότητα. Να γίνουμε περισσότερο ρεαλιστές, επειδή η νέα ουτοπία είναι ο ρεαλισμός.

ψ + κ = Π

Το ψυχικό και το κοινωνικό ως οντότητες διαμορφώνουν το Πολιτικό

Δια(σ)τροφικές συνήθειες

Η κρίση της πανδημίας οδήγησε τους Έλληνες σε αύξηση της μαγειρικής δραστηριότητας και συνεπώς στην αύξηση της κατανάλωσης τροφής. Η κουζίνα έγινε μια από τις ζώνες ασφαλείας και εκτόνωσης της συναισθηματικής πίεσης που ένιωθαν οι άνθρωποι εγκλωβισμένοι μέσα στα σπίτια τους. Τα κοινωνικά μέσα δικτύωσης είχαν γεμίσει από αναρτήσεις με γεύματα, αλλά και αστείες αναφορές για τον κίνδυνο να βάλουμε τα κιλά της καραντίνας. 

Σε πολλές περιπτώσεις η καραντίνα λειτούργησε ευεργετικά στη σωστή διατροφή, ίσως επειδή μείωσε την κατανάλωση έτοιμου φαγητού και υποχρέωσε τους ανθρώπους να μαγειρεύουν μόνοι τους. Σε άλλες όμως αύξησε την κατανάλωση χαμηλής διατροφικής αξίας προϊόντων. Η διατροφή έπαιξε λοιπόν το δικό της ρόλο στην αποφόρτιση της συναισθηματικής πίεσης με πρωταγωνιστές, ότι ενοχοποιείται για τη λήψη βάρους, δηλαδή τα τρόφιμα που έχουν αντιστρεσογόνο δράση, όπως είναι τα γλυκά, αλλά και τροφές που ρυθμίζουν τη ψυχική διάθεση, όπως οι υδατάνθρακες και το λίπος. 

Σε πολλές περιπτώσεις στην ψυχοθεραπευτική εργασία έχω συναντήσει ανθρώπους που το φαγητό λειτουργεί καταλυτικά (ευεργετικά ή καταστροφικά) στην συναισθηματική ισορροπία του ψυχισμού τους, γεγονός που αποδεικνύει τη στενή σχέση της διατροφής με την ψυχική υγεία των ανθρώπων. 

Η τροφή αποτελεί ένα συμβολικό πεδίο στο οποίο συμπυκνώνονται στοιχεία της κουλτούρας ενός λαού, αλλά και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε ξεχωριστής κοινότητας, ομάδας, οικογένειας, προσωπικότητας. Σε ότι αφορά τη συλλογική μας διατροφική κουλτούρα η σύγχρονη ιστορία των Ελλήνων διατρέχεται από τρία διαδοχικά διατροφικά σύνδρομα, αλλά και τη σχετική βεβαιότητα πως ο τόπος μας παράγει πολλά και ποιοτικά αγροτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα. Η φτώχεια της μεταπολεμικής γενιάς γέννησε το κατοχικό σύνδρομο το οποίο συμπυκνώνεται στη φράση «φάε όλο το φαΐ σου», ή «δεν πετάμε το φαγητό, είναι αμαρτία», ή το «όταν τρώμε δεν μιλάμε» που έδειχνε τη σοβαρότητα με την οποία έπρεπε να αντιμετωπίζουμε τη λήψη της τροφής. Η διατροφική στέρηση οδήγησε τη μεταπολεμική γενιά να γαλουχήσει στην υπερβολική κατανάλωση τροφής τις επόμενες γενιές, οι οποίες μεγάλωσαν με το σύνδρομο του καταναλωτή. Όσο περισσότερο τόσο καλύτερα ήταν το σύνθημα της περιόδου της ευημερίας. Είναι η περίοδος που αυξάνεται δραματικά το ποσοστό των παχύσαρκων και υπέρβαρων ατόμων στην Ελλάδα και ως πληθυσμός απομακρυνόμαστε από την περιβόητη μεσογειακή διατροφή. Παράλληλα αυξάνεται όλο και περισσότερο η ποσότητα της τροφής που περισσεύει και πετιέται στα σκουπίδια. 

Σε περιόδους κρίσεων, είτε προσωπικών είτε συλλογικών, το καταναλωτικό σύνδρομο, γεννά σε πολλές περιπτώσεις το σύνδρομο της διαφυγής. Κάποιος δηλαδή τρώει για να ξεχάσει, για να προσφέρει λιγάκι ευχαρίστηση στον εαυτό του και να απαλλαγεί από το στρες της καθημερινότητας. Το φαγητό μας συνδέει ασυνείδητα με την αρχέγονη ανάγκη για επιβίωση και παράλληλα με την ασφάλεια της μητρικής φροντίδας. Όταν όμως κάποιος τρώει για να καλύψει τα συναισθήματα του μπαίνει σε ένα φαύλο κύκλο εξάρτησης από το φαγητό σαν κι αυτόν που δημιουργούν όλες οι εξαρτήσεις. Χρειάζεται δηλαδή όλο και περισσότερο την τροφή για να νιώσει καλά, ωστόσο η υπερκατανάλωση οδηγεί σε προβλήματα που δημιουργούν δυσάρεστα συναισθήματα, τα οποία προσπαθεί να καλύψει τρώγοντας περισσότερο. Το άγχος τον κάνει να τρώει περισσότερο, αλλά η ενοχή ότι τρώει πολύ του δημιουργεί περισσότερο άγχος, που το ξανακαλύπτει με το φαγητό, κ.ο.κ.

Πολλοί άνθρωποι βασανίζονται μέσα σε αυτό το φαύλο κύκλο, είτε καταπραΰνοντας την οδύνη των συναισθημάτων τους με την ηδονή της κατανάλωσης φαγητού, είτε αντιστρόφως στερώντας τον εαυτό τους από την τροφή, με εξαντλητικές δίαιτες. Η διατροφή μετατρέπεται σε δια(σ)τροφή, εκτός δηλαδή από την βιολογική ανάγκη της επιβίωσης καλύπτει και την ψυχοκοινωνική του επιβίωση με λανθάνοντες τρόπους. Η χαμηλή αυτοεκτίμηση, οι ενοχές και τα μπερδεμένα συναισθήματα εναλλάσσονται όπως και το μενού της εβδομάδας το οποίο είναι, επίσης, χαμηλό σε διατροφική αξία και μπερδεμένο. 

Στην μετα-πανδημική εποχή των συνεχιζόμενων κρίσεων η τροφή εξακολουθεί να συνδυάζεται άμεσα με την ξεκούραση και την ευχαρίστηση κατά μια έννοια επομένως με την ψυχοκοινωνική ευεξία των ανθρώπων. Το φαγητό προσπαθεί να γεμίσει το άγχος και την αγωνία μιας αγχωτικής καθημερινότητας κι ενός αβέβαιου μέλλοντος και όσο στρεσάρονται τόσο περισσότερο τρώνε. Αποκτούν έτσι μια εξαρτητική σχέση με το φαγητό σε αναπαραγωγή ενδεχομένως προγενέστερων εξαρτητικών σχέσεων με σημαντικούς ανθρώπους. Η προβληματική διατροφή ως η κορωνίδα των εξαρτήσεων παραμορφώνει τα σώματα των ανθρώπων τα οποία παίρνουν τη μορφή των σχέσεων τους. Τρώνε με άλλα λόγια με την ίδια ποιότητα που σχετίζονται με τους οικείους τους και εντάσσονται στο κοινωνικό τους περιβάλλον. 

Στην ιδανική περίπτωση, από την άλλη, η σωστή διατροφή δημιουργεί ένα υγιές σώμα και βοηθά στη συναισθηματική ισορροπία. Η ουσία της διατροφής συμπλέει με την ουσία της ζωής, πρέπει να είναι απολαυστική, να μην λειτουργεί ως υποκατάστατο, να την τρώμε να μη μας τρώει, να λειτουργεί ως σύμβολο υγείας κι όχι καταπίεσης, να μας εντάσσει κι όχι να μας χωρίζει. 

...Γράφω κάτω από μια μουριά στην αυλή, σε συνθήκες δροσιάς και σιγά σιγά συμμαζεύομαι μέσα να φτιάξουμε το μεσημεριανό μας φαγάκι, αφού γύρω στις 12:00 πιούμε κι ένα τσιπουράκι πάλι εδώ στην μουριά. Το φαγητό γύρω από ένα τραπέζι με αγαπημένους ανθρώπους θρέφει και το σώμα και την ψυχή

Καλή σας όρεξη (για φαγητό και για ζωή)



Η ομαδική ψυχοθεραπεία στην εξελικτική συστημική προσέγγιση

Η Ομαδική ψυχοθεραπεία είναι μια μορφή ψυχοθεραπείας η οποία συνίσταται στις διεργασίες και τις αλληλεπιδράσεις που επισυμβαίνουν σε μια μικρή ομάδα ανθρώπων που ορίζεται ως η θεραπευτική ομάδα.

Η ομαδική ψυχοθεραπεία στην εξελικτική συστημική προσέγγιση

Μια θεραπευτική ομάδα πραγματοποιείται σε εβδομαδιαία βάση για μακρό χρονικό διάστημα με σκοπό την αυτοβελτίωση και την λειτουργικότητα σε βασικούς τομείς της ζωής του κάθε θεραπευόμενου και χρησιμοποιεί ως βασικό εργαλείο θεραπείας τις διεργασίες που αναδύονται από το «ανήκειν» και το «σχετίζεσθαι».

Στην ελληνική πραγματικότητα η ομαδική ψυχοθεραπεία αποτελεί μια συμβατή με την κουλτούρα μας συνθήκη, διότι ως άνθρωποι έχουμε μάθει να συνέχουμε τον εαυτό μας -έστω και δύσκολα- μέσα σε μια ομάδα.

Η επιλογή επομένως της ομαδικής ψυχοθεραπείας πατάει πάνω στο στέρεο έδαφος της αναγκαιότητας της συνύπαρξης που διατρέχει πολιτισμικά τους Έλληνες, οι οποίοι κατανοούμε εμπειρικά και διαχρονικά πως η ομάδα αποτελεί τη μήτρα όλων των αλληλεπιδράσεων και μέσω αυτών της κατανόησης του εαυτού.

Γίνεται δηλαδή η θεραπευτική ομάδα ο συμβολικός τόπος όπου μπορεί να μάθει το υποκείμενο πώς να μαθαίνει τον εαυτό του και τον κόσμο. 

Στο πλαίσιο της συστημικής προσέγγισης ο ψυχοθεραπευτής για να θεραπεύσει τον άνθρωπο εστιάζει στις σχέσεις του και στα ευρύτερα συστήματα στα οποία συμμετέχει, ενώ επιπροσθέτως στη συστημική σχολή της Λάρισας (εξελικτική συστημική προσέγγιση) επιχειρούμε να αναδείξουμε τη σημασία της συνάντησης του ανθρώπινου ψυχισμού με τις κοινωνικές του προσλαμβάνουσες. Να εντοπίσουμε δηλαδή το σημείο όπου οι ψυχικές δυσλειτουργίες διασυνδέονται και αντανακλώνται στις αντίστοιχες κοινωνικές τους μορφές.

Το κάθε πρόβλημα είναι με άλλα λόγια τόσο ατομικό όσο και κοινωνικό και άρα έχει μεγάλη σημασία οι θεραπευόμενοι να καταφέρνουν να έχουν μια αντικειμενική αντίληψη για την πραγματικότητα, γιατί όσο τη γνωρίζουν, τόσο δύναται να γνωρίζουν και τον εαυτό τους. Θα μπορούσε να ειπωθεί πως η πραγματικότητα μας είναι οι άλλοι και τούτο σημαίνει πως η ερμηνεία του κόσμου, αλλά και του εαυτού περνά μέσα από τις αλληλεπιδράσεις με το κοινωνικό γίγνεσθαι.  

Ως εκ τούτου αφενός η ψυχική αρμονία κι αφετέρου οι ψυχικές δυσλειτουργίες και τα προβλήματα των σχέσεων είναι παράγωγα ευρύτερων κοινωνικών φαινομένων. Η κάθε εποχή γεννά τις δικές της δυσλειτουργίες και τα δικά της προβλήματα στις σχέσεις. Στη δική μας εποχή, όπου κυριαρχεί ο ατομισμός και η ευδαιμονία, τα κυρίαρχα συμπτώματα που ορίζουν το πλαίσιο της ψυχικής δυσαρμονίας είναι οι αγχωτικές διαταραχές και η κατάθλιψη.

Δείγμα μιας κοινωνίας στην οποία οι άνθρωποι δεν μπορούν να διαχειριστούν το άγχος των ευθυνών σε προσωπικό και σχεσιακό επίπεδο, δείγμα δηλαδή μιας ανώριμης κοινωνίας, αλλά και σημάδι μιας αυτοκαταστροφικής ιλιγγιώδους ταχύτητας με την οποία κινείται ο κόσμος, τόσο υπερβολικής που δεν επιτρέπει την αφομοίωση των εμπειριών και τη μετατροπή τους σε νέα γνώση.

Οι άνθρωποι έχουν μετατραπεί σε κυνηγοί εμπειριών, οι οποίες έχουν μετατραπεί σε αυτοσκοπό και έχουν ανάγκη να βρίσκονται συνεχώς σε εγρήγορση, να κάνουν πράγματα, να κινούνται διαρκώς σε ένα αγχωτικό πεδίο δράσης, το οποίο τελικά ακυρώνει τη σημασία της κάθε εμπειρίας, εφόσον δεν της επιτρέπει να αφομοιωθεί λειτουργικά στον ψυχισμό.

Ο σύγχρονος άνθρωπος δρα για να αποφύγει να νιώσει, να αισθανθεί, γίνεται φυγόπονος και φιλάρεσκος, στερώντας από τον εαυτό του τη δυνατότητα να ωριμάσει, διότι ο πόνος και η ουσιαστική αγάπη είναι δύο από τους μεγαλύτερους πυλώνες της ανθρώπινης ανάπτυξης.

Τα τωρινά συμπτώματα της δυσφορίας με λίγα λόγια είναι σε συνάρτηση με το βαθμό ανωριμότητας των κοινωνιών μας και την έλλειψη σταθερών δομών, τέτοιων που ο άνθρωπος θα αισθάνεται ασφαλής και δημιουργικός για να διεκδικεί και να υποστηρίζει τις προσωπικές του αλλαγές.

Σε σημείο μάλιστα που ενώ πριν από κάποια χρόνια τα ψυχοθεραπευτικά αιτήματα των ανθρώπων αφορούσαν στο πως θα διαχειριστούν το «παλιό», τα δεσμά των σχέσεων της παραδοσιακής κουλτούρας συνύπαρξης, που ακόμη φώλιαζε στις συνειδήσεις και δεν επέτρεπε τις απαραίτητες διαφοροποιήσεις, σήμερα ο μεγαλύτερος όγκος των αιτημάτων απορρέει από την αδυναμία να διαχειριστούν το «νέο» και να του δώσουν μια λειτουργική και σταθερή μορφή.

Και μεταξύ αυτών η δυσαρμονία στις σχέσεις και η αγωνία των ανθρώπων να σχετιστούν αποτελεί σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα ζόρια των ανθρώπων, ή όπως αναφέρει ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος με τη φωνή του Πάνου Μουζουράκη:

Όλοι γύρω μιλάνε με ακατάληπτα λόγια

ούτε ξέρουν που πάνε και ας το βάζουν στα πόδια

όλοι βάζουνε στόχους μα κανείς δε τους πιάνει

θέλουν κάποιο δικό τους μα κανείς δεν τους κάνει.

Όλοι γύρω μας ψάχνουν την μεγάλη ευκαιρία

τις ζωές τους τις φτιάχνουν λες και είναι αγγαρεία

όλοι σαν να φοβούνται μην και δουν την αλήθεια

με τα δόντια κρατιούνται μην φωνάξουν βοήθεια. 

Οι σχέσεις ενώ φαντάζουν ως το ασφαλές κουκούλι μέσα στο οποίο ο κάθε άνθρωπος θα ευτυχίσει και θα ολοκληρωθεί, γίνονται πολλές φορές ο τόπος όπου ευδοκιμεί η δυστυχία και οι άνθρωποι δένονται με τα βάσανά τους. Έτσι κάπως πληγωμένοι φτάνουν οι άνθρωποι, συνήθως, στο κατώφλι της ψυχοθεραπείας, όταν δηλαδή νιώθουν εγκλωβισμένοι στην προσωπική τους δυστυχία.

Σε αυτή την φάση αποζητούν τη λύτρωση απ’ έξω, από τον θεραπευτή ή από την αλλαγή των άλλων και παράλληλα αναζητούν την ανακούφιση και την ευτυχία μέσα από τους ίδιους αντιληπτικούς δρόμους, ερμηνείες και νοηματοδοτήσεις που είχαν ως τότε.

Σταδιακά ακόμη και η διαδικασία της ψυχοθεραπείας αποκτά μια άλλη μορφή, δεδομένου πως δημιουργεί μια ρήξη στο συνεχές της ζωής τους, ανατροφοδοτώντας την με άλλα υλικά. Βιώνουν κάποια στιγμή κι όσο έρχονται σε επαφή με τις κρυμμένες αλήθειες τους, ένα διαρκές αίσθημα αποπροσανατολισμού και σύγχυσης, ενίοτε πιο έντονου ακόμη κι από αυτό που βιώνανε όταν ξεκινήσαν.

Η ψυχοθεραπευτική διεργασία συντελεί κατά κάποιο τρόπο στην δημιουργία μιας κρίσης στον θεραπευόμενο και τον θέτει μπροστά σε μετασχηματισμούς που μοιάζουν τρομακτικοί και επώδυνοι. Η διαφορά αυτής της κρίσης είναι πως εντάσσεται στην αναπτυξιακή πορεία του ανθρώπου και δημιουργεί τις συνθήκες αναγέννησης της προσωπικότητας του. Κάπου εκεί ο κάθε θεραπευόμενος αναζητώντας την ανακούφιση και την ευτυχία συνειδητοποιεί πως δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια ουτοπία, ένας προορισμός για τον οποίο σημασία έχει μόνο ο δρόμος που θα διανύσει κανείς ως εκεί.

Κι όταν φτάσει ενδεχομένως ο προορισμός να είναι άλλος από αυτόν που είχε φανταστεί. Αυτό συμβαίνει πολλές φορές στη ψυχοθεραπευτική διαδρομή των ανθρώπων, να επικαιροποιούν δηλαδή σε κάθε μεταβατική φάση τους στόχους, τα αιτήματα και τα όνειρα που πιστεύουν πως θα τους κάνουν ευτυχισμένους. Στην πραγματικότητα συνειδητοποιούν πως δεν έρχονται να βρουν κάτι που έχασαν, αλλά να δημιουργήσουν κάτι που ακόμη τους είναι άγνωστο κι ασυνείδητο.

Ορισμός της Ευτυχίας στο ψυχοθεραπευτικό πλαίσιο

Το πλαίσιο της ψυχοθεραπείας ορίζει πως Ευτυχία είναι η καλή τύχη, αυτή στην ουσία που θα δημιουργήσουμε με καλά υλικά και με μεράκι στην κατασκευή, γι’ αυτό λέμε πως την τύχη μας τη φτιάχνουμε. Αυτό σημαίνει πως ναι μεν είμαστε εκτεθειμένοι στο απρόβλεπτο των γεγονότων, όμως η γνώση, η διαχείριση, η αφομοίωση και η ανασύνθεση αυτών των γεγονότων είναι μέρος της προσωπικής διαδικασίας ωρίμανσης του ανθρώπου.

Ευτυχία είναι η στάση να ζεις τη στιγμή, την κάθε στιγμή, ακόμη κι αυτές που είναι επώδυνες, να μπορείς να μεταβολίζεις σε χρήσιμο ό,τι συμβαίνει μέσα σου και γύρω σου, ευτυχία είναι να προσπαθείς να ζεις συνειδητά… 

Το ερώτημα επομένως που καλείται να απαντήσει ο κάθε θεραπευόμενος στην ζωή του με αρωγό την ψυχοθεραπευτική υποστήριξη είναι «τι χρειάζεται για να είναι υγιής τόσο εσωτερικά όσο και στις διαπροσωπικές του σχέσεις».

Ένα ερώτημα που, μέσω της ψυχοθεραπείας και ειδικά της ομαδικής, θα τον φέρει μπροστά στην ανάγκη όλο και περισσότερο να γνωρίζει και να βιώνει την αρχή της μεσότητας, μάλιστα σε ένα κόσμο που την έχει μπερδέψει με αυτή της μετριοπάθειας κι ως εκ τούτου είναι γεμάτος μετριότητες.

Και, επίσης, στην αναγκαιότητα να έχει ενημερότητα για αυτό που του συμβαίνει, να γνωρίζει δηλαδή τις προσωπικές του συντεταγμένες και τα όρια του κόσμου και να ονειρεύεται και να κοπιάζει για την συνεχόμενη εξέλιξή του. Ο καθένας σε μια ομάδα είναι το ίδιο σημαντικός όσο και χρήσιμος, δύο ιδιότητες που καθιστούν με σαφήνεια τα όρια μιας ηθικής προσωπικότητας, η οποία δεν αντιλαμβάνεται τον κόσμο μόνο μέσα από τις ανάγκες και τις επιθυμίες της, αλλά και ούτε τις παραμερίζει συνεχώς προς όφελος των άλλων.

Ο εαυτός ως άλλος συνδέεται κυτταρικά με τους συν-θεραπευόμενους σε μια συνεχή πορεία αυτοπραγμάτωσης, με κοινά όνειρα, κοινές συνισταμένες και κοινούς σκοπούς.

Υπαρξιακά ζητήματα και πανδημική κρίση

Ο σκοπός της απαρτίωσης του ανθρώπου μέσα στην ομάδα αποκτά ένα διαφορετικό νόημα στις μέρες μας. Ανακύπτει διαφοροποιημένο το ερώτημα «πώς θα πραγματωθούν όλα τα παραπάνω στην εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία της πανδημίας του covid-19», ενός κινδύνου που λειτουργεί τόσο καταλυτικά στην ανθρώπινη ύπαρξη, αφού μας προ(σ)καλεί να γίνουμε πιο ώριμοι, διότι ειδάλλως κινδυνεύουμε να γίνουμε πιο φοβικοί και χειραγωγίσιμοι.

Η πανδημική κρίση μας έφερε ενώπιον υπαρξιακών ζητημάτων που δεν επιτρέπαμε να δούμε και να συνομιλήσουμε μαζί τους, όπως αυτό της απώλειας, του φόβου θανάτου και της μοναξιάς, της ψυχικής και κοινωνικής απομόνωσης, της αδικίας, αλλά κι άλλων όπως της ελευθερίας, της χαράς, του έρωτα, της αγάπης. Ο άνθρωπος όμως μόνο όταν συλλογάται τα υπαρξιακά του δεδομένα νιώθει ελεύθερος.

Η κρίση αυτή μας θέτει επίσης και ενώπιον μιας άλλης ευθύνης που ως Έλληνες έχουμε αμελήσει σημαντικά, να ενισχύσουμε τον κοινωνικό δεσμό και να τον θωρακίσουμε θεσμικά. Η διάρρηξη του κοινωνικού δεσμού έχει βαθιές ρίζες και μας κατατρέχει αιώνες. Οι Έλληνες έχουμε μια περίεργη αντίληψη για την ενότητα του κοινωνικού σώματος, η οποία μας έχει κάνει να πετύχουμε σημαντικά επιτεύγματα, αλλά και οδυνηρές ήττες.

Διακατέχονται εξ’ αυτού, μεταξύ άλλων, από δύο σύνδρομα, τα οποία έχουν ιστορικές ρίζες, ένα ναρκισσιστικό σύνδρομο, που πηγάζει από τον πολυμήχανο Οδυσσέα κι ένα σύνδρομο κατωτερότητας, που θυμίζει τον κλεφτοπόλεμο των πρώτων αγωνιστών του απελευθερωτικού αγώνα της επανάστασης του 1821.

Το ναρκισσιστικό σύνδρομο των Ελλήνων

Σε ότι αφορά το πρώτο σύνδρομο είναι γνωστό πως ως λαός αισθανόμαστε υπερήφανοι για την καταγωγή μας και νιώθουμε πως έχουμε ως μεγάλο πλεονέκτημα, το ασύχαστο πνεύμα μας, με τη δύναμη του οποίου μπορούμε να καταφέρνουμε τα πάντα.

Γύρω από το αθάνατο ελληνικό πνεύμα έχουμε χτίσει ένα μύθο πως μπορούμε να μηχανευτούμε διάφορες καταστάσεις προς όφελός μας και τελικά να κερδίζουμε κάθε πόλεμο, όπως συνέβη στην πολιορκία της Τροίας, έπειτα από το πανούργο τέχνασμα του Οδυσσέα, ο οποίος μηχανεύτηκε την κατασκευή του Δούρειου Ίππου.

Κανείς δεν αναφέρεται βεβαίως στη συνέχεια της ιστορίας του μύθου, σύμφωνα με την οποία ο Οδυσσέας τιμωρείται από τους θεούς για την ασεβή του στάση κατά τη διάρκεια της πτώσης της Τροίας κι ενώ εν τέλει καταφέρνει να φτάσει στην Ιθάκη, χρόνια μετά δολοφονείται από τον ίδιο του τον γιο, τον Τηλέγονο, απόκτημα από τη σχέση του με την Κίρκη, ο οποίος δίχως να γνωρίζει πως είναι ο πατέρας του τον σκοτώνει με ένα δηλητηριασμένο βέλος.

Είμαστε πολυμήχανοι μεν, όμως αυτό έχει αξία όταν παράλληλα κανείς αναζητά τον εαυτό σου σε ένα ταξίδι αυτογνωσίας (όπως συμβολίζει η Οδύσσεια) και αναγνωρίζοντας το παρελθόν του, διδάσκεται από αυτό, διότι αλλιώς αυτό επαναλαμβάνεται και μας δηλητηριάζει.

Το σύνδρομο κατωτερότητας των Ελλήνων

Επιπροσθέτως αναφορικά με το δεύτερο σύνδρομο, οι Έλληνες διακατέχονται από ένα αίσθημα κατωτερότητας, ανεπαρκών δυνάμεων, το οποίο οδηγεί στην αντίληψη του κλεφτοπόλεμου (χτυπώ και φεύγω) και άρα στην έλλειψη οργανωμένων σχημάτων δράσης. Αιώνες μας κατατρέχει το συγκεκριμένο σύνδρομο, το οποίο επανέρχεται διαχρονικά και με άλλες έννοιες, όπως αυτή της «ψωροκώσταινας» και δεν μας επιτρέπει να έχουμε οργανωμένη κρατική διοίκηση, συμπαγείς θεσμούς και ενιαία κουλτούρα.

Μαχόμαστε για την καθημερινότητα, όπως ακριβώς μάχονταν και οι πρόγονοί μας για τη λευτεριά, σε μπουλούκια ψυχωμένων μαχητών κι όχι ως οργανωμένος στρατός, μας διακρίνει δηλαδή με σύγχρονους όρους ένας άκρατος ατομισμός, μέσω του οποίου φτιάξαμε ένα σύστημα που ενδιαφέρεται μόνο για τους ημέτερους, αγνοώντας τη σημαντικότητα της ύπαρξης ενός κράτους δικαίου, ισονομίας και διασφάλισης ίσων ευκαιριών, ενός δηλαδή συμπαγούς κοινωνικού δεσμού που θα επιτρέψει τους ανθρώπους να αναπτύσσονται ελεύθερα.

Η έλλειψη συνοχής όμως κι ο κατακερματισμός των νοημάτων και της ηθικής αξίας που τους αποδίδουμε οδηγεί σε ρήξη του κοινωνικού δεσμού, δηλαδή σε ένα ατελές εμείς. Ακριβώς αυτό το ατελές εμείς είναι το πλαίσιο που παράγει την ψυχική δυσλειτουργία και ασθένεια, ενώ αντιθέτως η γεφύρωση των δεσμών είναι που θα τις θεραπεύσει.

Είμαστε στο κομβικό εκείνο σημείο όπου τα νοήματα χρειάζεται να διασυνδεθούν με μια διαφορετική ηθική, η οποία θα απορρέει από την συμμετρία της εξουσίας και την αρμονία της κατανομής ισχύος σε μια δικαιότερη κοινωνία. Μια ηθική που θα ακουμπά στη συλλογική μνήμη και κουλτούρα της ομάδας αναφοράς και που θα διατρέχεται από την αναγνώριση του προσωπικού μόχθου και της αναγκαιότητας του μαζί.

Το νόημα που αποδίδουμε στις πράξεις μας ατομικά ή συλλογικά έχει τεράστια ισχύ σε αυτές. Το νόημα καθίσταται ο ρυθμιστής και ο άρχων της διεργασίας, σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο. Όταν η εξουσία παραδίδεται στο νόημα κι όταν αυτό είναι αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης των ανθρώπων (έχει δηλαδή εγκαθιδρυθεί έπειτα από την βάσανο της εμπειρίας, της καλλιέργειας, κλπ.) τότε αυτή γίνεται δημιουργός κι όχι δυνάστης.

Εξ’ αυτού η διασύνδεση του νοήματος με μια νέα ηθική καθίσταται αναγκαία όσο ποτέ.

Η κοινοτική ηθική ως συλλογικό πολιτισμικό πρόταγμα της ομαδικής ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας

Εμείς οι Έλληνες έχουμε ένα μοντέλο από το οποίο μπορούμε να αντλήσουμε πολλά διδάγματα και προτάσεις για να φτιάξουμε ως κοινωνία το νέο μας ηθικό οπλοστάσιο: το κοινοτικό μοντέλο συνύπαρξης και η κοινοτική ηθική είναι ένα αξιοπρόσεχτο παράδειγμα. Αντιστοίχως της κοινοτικής συνύπαρξης, στα όρια της ψυχοθεραπευτικής πράξης, η θεραπευτική ομάδα επανέρχεται δυναμικά ως πρόταση ενός νέου συλλογικού μοντέλου και ως τροφοδότης μιας νέας συλλογικής ηθικής.

Η θεραπευτική ομάδα προάγει την αυτονομία ως μήτρα μιας βιωματικής ελευθερίας, η οποία ενσαρκώνεται στους κόλπους μιας ομάδας αναφοράς.

Γίνεται το σημείο όπου μπορούν να πραγματωθούν δύο ζωτικές ανάγκες κι επιθυμίες του κάθε ανθρώπου, να νιώθει ασφαλής κι ελεύθερος. Στην θεραπευτική ομάδα αναζωπυρώνεται το κοινοτικό σύστημα αξιών, το οποίο στηρίζεται στην αλληλεγγύη και την αλληλοβοήθεια, ως μέσο επιβίωσης και επιδίωξης των σκοπών της κοινότητας και των μελών της.

Επιπροσθέτως, ως αναγκαία διαφοροποίηση, επιδιώκει μια διαφορετική μορφή, από αυτή της παραδοσιακής κοινότητας, του κοινωνικού εξισωτισμού, η οποία θα σέβεται και θα ενισχύει, σε όφελος της ομάδας, τη διαφορετικότητα.  

Το πρόταγμα της ισότητας ως του σημαντικότερου ηθικού αναχώματος διαπερνά και διαχέεται από τις νοηματικές κατασκευές της κοινωνίας και συγκλίνει στο ότι η αυτοπραγμάτωση δεν αποτελεί μια ανεξάρτητη βούληση, καθώς εντάσσεται εξαρχής σε ορισμένους αποδεκτούς, δηλαδή κοινωνικούς, σκοπούς. Στο πλαίσιο αυτής της αντίληψης η ψυχοθεραπευτική ομάδα καθίσταται η αιχμή του δόρατος μιας ψυχοθεραπευτικής ματιάς που οδεύει προς την ενίσχυση του κοινωνικού δεσμού ως κατακλείδα και της προσωπικής ευημερίας.

Η γενεαλογία της ψυχοθεραπευτικής ομάδας

Η ψυχοθεραπευτική πράξη αποκτά στο πλαίσιο της θεραπευτικής ομάδας μια επιπλέον διάσταση, αυτή της γενεαλογίας της ομάδας. Κάθε ομάδα δεν είναι απλά το άθροισμα των μελών της, αλλά διαποτίζεται από τις εσωτερικές διεργασίες που επισυμβαίνουν στον οριζόντιο και κάθετο άξονα της ζωής της, δηλαδή από την δυναμική των σχέσεων στο ιστορικό συνεχές της ύπαρξής της.

Εξάλλου το δικό μας ιστορικό/κοινωνικό πλαίσιο προτάσσει πως η αυτοσυνειδησία μας αναδύεται μέσα από την κατανόηση του ιστορικού μας γίγνεσθαι και της αίσθησης της διαγενεακής μας συνέχειας.  

Η κοινότητα ως ηθική οντότητα αποδίδει ένα διαφοροποιημένο πλαίσιο κοινών συνισταμένων και θέτει τα όρια της κοινωνικής συσχέτισης. Ωστόσο η επικαιροποίηση της ιδεολογίας του κοινοτισμού επιβάλλει νέες νοηματοδοτήσεις σε όλες τις προσωπικές, συλλογικές και θεσμικές συνιστώσες του κοινοτικού εγχειρήματος. Κυρίως δε χρειάζεται να επαναπροσδιορίσουμε όντας μέσα στο πλαίσιο τις έννοιες της εξουσίας και της ιεράρχησης στην κατεύθυνση της ενσωμάτωσης της έννοιας της προσωπικής ελευθερίας και της ενίσχυσης του «ανήκειν».

Δηλαδή στις νέες μορφές συλλογικής συνύπαρξης είναι το ίδιο αναγκαία και χρήσιμη η ύπαρξη κοινών και σταθερών συνισταμένων, συχνά ωστόσο μεταβαλλόμενων, όσο και η αποδοχή της προσωπικής οντότητας του κάθε μέλους.

Ουσιαστικά αναφέρομαι σε μια κοινότητα ανθρώπων που λειτουργεί αυτοθεραπευτικά και καταργεί στην πράξη την ψυχοθεραπευτική διεργασία (;).

Εντούτοις, τουλάχιστον στη διαδρομή που έχουμε να διανύσουμε ως τότε, η διεργασία της ψυχοθεραπείας μπορεί να συμβάλλει τα μέγιστα.

Η λειτουργία της ψυχοθεραπείας γίνεται έτσι ένα γρανάζι της φιλοσοφίας, της εκπαίδευσης, της επιστήμης, των τεχνών, της ίδιας της ζωής.

Αναζητώ την συσχέτιση του νοήματος της ψυχοθεραπείας με την ιδεολογία της κοινότητας και για έναν επιπλέον λόγο, οι κοινότητες συμπυκνώνουν πολλά από τα δομικά στοιχεία του ελληνισμού από την αρχαιότητα έως την συγκρότησή τους και την σταδιακή τους συρρίκνωση.

Το λαϊκό πνεύμα συναντάται στο σταυροδρόμι της αρχαιοελληνικής γραμματείας, του Βυζαντίου, αλλά και της διαχρονικής και διαρκούς ανταλλαγής (είτε λόγω της τουρκοκρατίας, είτε λόγω των ταξιδιών, είτε λόγω της μετανάστευσης και του εμπορίου) πολιτισμικών στοιχείων που συνθέτουν και ανασυνθέτουν δημιουργικά τον πολιτισμό μας.

Διότι όπως εξηγούσα παραπάνω η ελληνικότητα ως ενιαίο ψυχικό όργανο συντίθεται από επί μέρους διαφορετικούς σχηματισμούς, οι οποίοι παρότι διαφορετικοί κουβαλούν εν σπέρματι και αναγεννησιακά το πνεύμα της. Το ίδιο συμβαίνει και στους μικρότερους σχηματισμούς έως το κύτταρο της οικογένειας, εκεί όπου καλούμαστε να σεβόμαστε την ιδιαιτερότητα του καθενός (ελευθερία) και παράλληλα να αισθανόμαστε και να καλλιεργούμε το μαζί (ανήκειν).

Το παραπάνω αντιληπτικό σχήμα δομεί επί της ουσίας και το πλαίσιο μιας θεραπευτικής ομάδας, υπό την έννοια πως εκεί δημιουργείτε ένας κοινός τόπος, όπου ο καθένας συμμετέχοντας λαμβάνει μέρος ως ισότιμος συνομιλητής και συν-διαμορφώνει μια κοινή συναισθηματική γλώσσα, έναν κοινό ηθικό και αξιακό κώδικα και ένα πλαίσιο εμπιστοσύνης και αποδοχής της διαφορετικότητας του καθενός.

Οι θεραπευτικές ομάδες λειτουργούν ως το σκαρί με το οποίο θα ταξιδέψουν οι θεραπευόμενοι στον κοινό προορισμό της αυτοπραγμάτωσης, ένα σκαρί που από την αρχή της ψυχοθεραπείας μοιάζει σαν το ασφαλή κουκούλι που έχει ανάγκη ο κάθε άνθρωπος για να αναπτυχθεί, να εξελιχθεί και να νιώσει ελεύθερος.

Γίνεται η θεραπευτική ομάδα ένα ασφαλές σκαρί για να ταξιδέψει ο ναυαγός προς την δική του Ιθάκη. Μια ομάδα όπου θα μοιραστεί τους καημούς, τους πόνους, τις χαρές, τις λύπες, τις δυσκολίες, τα επιτεύγματα…

Μια ομάδα που θα μάθει μέσα από την αλληλεπίδραση να ακούει, να μαθαίνει, να αλλάζει, να νιώθει, να νοιάζεται, να υποστηρίζει, να αγαπά. Μια ομάδα που θα είναι όλοι… για όλους.

Οι βεβαιότητες μέσα στην αβεβαιότητα της ζωής

Εξάλλου η αβεβαιότητα με την οποία συναντήθηκε ξαφνικά και βίαια η ανθρωπότητα είναι σύμφυτη με την ζωή και τον σχεδιασμό της. Το μέλλον είναι άδηλο κι ως εκ τούτου απρόσμενο και αμφίβολο. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να χτίσουμε τις δικές μας βεβαιότητες, δίχως τις οποίες η πορεία προς την αβεβαιότητα καθίσταται δυσοίωνη. Είναι σαν να προετοιμάζουμε έναν πλου προς μια άγνωστη κι αχαρτογράφητη κατεύθυνση, με την αποφασιστικότητα και την ισχυρή δέσμευση πως θα την διανύσουμε.

Σε αυτή την περίπτωση οι μόνες βεβαιότητες που έχουμε στα χέρια μας είναι το είδος του σκαριού με το οποίο θα ταξιδέψουμε, τα όργανα που θα χρησιμοποιήσουμε και την κατάσταση του πληρώματος, δηλαδή το σθένος, το ηθικό, τα συναισθήματα και τις νοηματοδοτήσεις που κάνουν ο καθένας ξεχωριστά κι όλοι μαζί για το συγκεκριμένο ταξίδι.

Έτσι, πρωτίστως, οι προσωπικές μας βεβαιότητες, τόσο σε ατομικό, όσο κυρίως σε κοινωνικό επίπεδο, είναι εκείνες που θα στηρίξουν το ταξίδι στο μέλλον. Σε ένα όχι βέβαια και τόσο αχαρτογράφητο τοπίο, με την έννοια πως ήδη γνωρίζουμε και αναγνωρίζουμε τα σημάδια των κρίσεων (πανδημικών, κοινωνικών, οικονομικών, πολιτισμικών, κ.α.) και τις βαθύτερες αιτίες που τις προκαλούν. Και επακολούθως ένας άλλος σύμμαχος σε αυτό το ταξίδι, εκτός από την γνώση που παράγει η κρίση, είναι το «παρελθόν» μας.

Οι συνεχόμενες κρίσεις άφησαν στη ράχη της κοινωνίας πολλαπλά τραύματα

Όπως συμβαίνει σε κάθε τραυματική φάση της ζωής μας, ο χρόνος χωρίζεται στα δύο, στο πριν το τραύμα και στο μετά το τραύμα. Το πριν σχεδόν εξαϋλώνεται και απορροφάται από το μέγεθος και την ένταση του τραύματος, σαν να μην υπήρχε ως ποιοτικό μέγεθος στη ζωή μας, παραμένοντας ίσως μόνο ως νοσταλγική ανάμνηση. Το παρελθόν όμως σίγουρα μπορεί να έχει έναν διδακτικό χαρακτήρα (ως συσσωρευμένη βιωματική εμπειρία) και να μας προσφέρει εργαλεία και ιδέες για να φτιάξουμε τη ζωή μας διαφορετικά στο παρόν, χτίζοντας έτσι ένα διαφορετικό μέλλον.

Οι συνεχόμενες κρίσεις άφησαν στη ράχη της κοινωνίας πολλαπλά τραύματα, κάποια από τα οποία πλήγωσαν και τις εσωτερικές της λειτουργίες. Δημιούργησαν, επίσης, το έδαφος για να φυτρώσουν διχασμοί, να αυξηθεί η ένταση του ανορθολογισμού, η βία σε όλες της τις μορφές, μα κυρίως να εγκαθιδρυθεί ένα είδος πατερναλισμού στην πολιτικο-κοινωνική ζωή της χώρας, το οποίο προφανώς στηρίζεται και αυξάνεται από τον διχασμό και τον ανορθολογισμό.

Κι όσο η κοινωνία μας δεν μπορεί να συνεννοηθεί και να δρα συλλογικά, τόσο θα αυξάνεται η ποδηγέτησή της, καθώς και οι «βεβαιότητες» που απορρέουν από την μισαλλοδοξία και τον φανατισμό.

Η ομαδική ψυχοθεραπευτική εμπειρία και το πλαίσιο αυτοαναφοράς

Μένει να απαντήσουμε επομένως πως θα καταφέρουμε να δράσουμε συλλογικά κι αλληλέγγυα, δίχως την ανάγκη κηδεμονίας, μιας έννοιας που μας καταδυναστεύει, ως άτομα κι ως κοινωνία, σε πολλές ιστορικές φάσεις. Η μόρφωση και η καλλιέργεια είναι το σημαντικότερο εργαλείο, καθώς και η αναζήτηση της γνώσης του εαυτού και του κόσμου που τον περιβάλλει.

Και βεβαίως κάθε φορά που κατακτούμε μια γνώση η επιλογή να επιτρέπουμε την γόνιμη αμφισβήτηση της, προκειμένου να δημιουργούμε τις δυνατότητες να ανασυνθέσουμε τις εμπειρίες μας σε καινούργια γνώση.

Η ομαδική ψυχοθεραπευτική εμπειρία δημιουργεί ακριβώς αυτό το πλαίσιο αυτοαναφοράς, το οποίο συνέχει την ταυτότητα και την ετερότητα, την ατομική πρόοδο και την αλληλεγγύη, την προσωπική ανέλιξη και την ενδυνάμωση της ομάδας και της κοινωνίας. 

Ζούμε σε μια εποχή που όλα όσα επώδυνα συμβαίνουν μπορεί να μας δώσουν τις πληροφορίες και τα μηνύματα που χρειαζόμαστε για να κατασκευάσουμε τις νέες μας βεβαιότητές, το νέο μας σκαρί, για να ταξιδέψουμε, με τη δυνατόν μεγαλύτερη ασφάλεια, στο άδηλο μέλλον και στους προορισμούς της ζωής μας.

Αυτά τα έμπρακτα δώρα που γέννησε η αβεβαιότητα των τελευταίων ετών μπορούν να λειτουργήσουν ως οι δικές μας βεβαιότητες για να την διανύσουμε. Έχουμε επομένως ανάγκη και χρέος να δημιουργήσουμε μια πιο σταθερή και πυκνή δομή, κυρίως στο κοινωνικό γίγνεσθαι, στερεοποιώντας περισσότερο τον κοινωνικό δεσμό και το αξιακό πλέγμα της κοινωνίας μας. Ούτως ειπείν να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι για να έχουμε μια καλύτερη κοινωνία.

Οι ψυχοθεραπευτικές ομάδες στην εξελικτική συστημική προσέγγιση γίνονται ένα τέτοιο σκαρί με το οποίο οι συμμετέχοντες μπορούν να ταξιδέψουν με μια αίσθηση μεγαλύτερης ασφάλειας στο αβέβαιο μέλλον και να απαντούν περισσότερο δημιουργικά στις προ(σ)κλήσεις της ζωής τους. Γίνονται ο στίβος όπου συνδέονται με τη ζωή, βιώνοντας εμπειρίες που δεν έχουν ακόμη την δύναμη να ζήσουν εκτός των ορίων τους.

Οι ψυχοθεραπευτικές ομάδες γίνονται οι κάψουλες των νέων ηθικών, αξιακών και συναισθηματικών αρχών και ο υμένας που τις προστατεύει. Ο ηθικός κλοιός που λειτουργεί ως ασπίδα κι ως πολιορκητικός κριός και βοηθά τον άνθρωπο να ορίσει τις δικές του βεβαιότητες σε ένα κόσμο αβεβαιοτήτων.

Το μοίρασμα

Ο κυκλωπικός μας κόσμος, ο κόσμος της μονόφθαλμης εξουσίας της «οθόνης», αγκυλώνει τα σώματα και τις ψυχές και τα εξορίζει στην μοναξιά τους. Αυτό που πραγματικά χρειάζεται για να ανθίσει ένας άνθρωπος είναι η ανύψωσή του (η ένθεη ταυτοποίησή του) σε μια ίσως Διονυσιακή διάσταση, αυτή την εν κόσμο τρέλα, που ενθαρρύνει την συντροφικότητα και το πάθος και που άρει την μοναξιά σπάζοντας τα δεσμά ενός αδηφάγου και σαρκοβόρου συστήματος στο οποίο έχουμε εγκλωβιστεί. Να γιατί πολλές φορές γίνομαι αυτοαναφορικός, επειδή το μοίρασμα είναι η κοινή μας μοίρα.
Η αυτοαναφορική ματιά, η οποία συχνά με ακολουθεί και στην άσκηση της ψυχοθεραπείας, θέλει να δείξει πως το πλαίσιο μέσα στο οποίο υπάρχουν όλα τα υλικά σώματα και μέσα στο οποίο καθορίζεται η θέση τους είναι χωρο-χρονικό. Ο χώρος κι ο χρόνος ως πλαίσιο χρειάζεται να είναι ισορροπημένες έννοιες ως προς την δυναμική της πλαισίωσης των υλικών σωμάτων.
Παρατηρούμε ωστόσο στις μέρες μας μια εννοιολογική ενίσχυση της χρονικότητας έναντι του χώρου, η οποία ξεκίνησε από τις μεγάλες τεχνολογικές ανακαλύψεις της βιομηχανικής περιόδου και κορυφώνεται με την σημερινή «ψηφιοποίηση» της ύλης.
Η ισορρόπηση του χρόνου με τον χώρο επιτάσσει την αναγκαιότητα της επιστημολογικής στροφής από την αναλυτική σκέψη στην συνθετική. Η υπερ-ανάλυση της πραγματικότητας στην ουσία συρρίκνωσε ή εξαφάνισε την αντικειμενικότητά της, δηλαδή η ανάλυση οδήγησε σε μια κυριαρχία της έννοιας του αντικειμένου έναντι του ίδιου του αντικειμένου. Η χωρικότητα των αισθήσεων μας συνδέει βιωματικά με το εδώ και τώρα, δίχως βεβαίως να αφαιρεί την χρονικότητα τους, δηλαδή το ιστορικό και βιογραφικό μας βάθος.
Η εννοιολογική ερμηνεία επικράτησε της υλικότητας, παραδείγματος χάρη η έννοια του σώματος απέκτησε μεγαλύτερη βαρύτητα από το ίδιο το σώμα. Η εννοιολογικότητα οδήγησε σε μια υποβάθμιση της υλικότητας του σώματος. Η έννοια του σώματος υπερισχύει της πραγματικότητας του. Το ίδιο συνέβη με την εννοιολογική τοποθέτηση διαφόρων οντοτήτων -υλικών ή άυλων- οι οποίες ταυτίστηκαν περισσότερο με το ερμηνευτικό τους αποτύπωμα κι όχι με την φυσική ή κοινωνική ή πολιτισμική τους οντότητα.
Προκύπτει επομένως η ανάγκη για σύνθεση αντί της ανάλυσης. Η ανάλυση οδηγεί σε μια αντικειμενικότητα και η σύνθεση σε μια πραγματολογία. Η ανάλυση συστήνει το αντικειμενικά ορθό ενώ η σύνθεση προσεγγίζει το πραγματικό. Η αναλυτική ερμηνεία της πραγματικότητας οδηγεί σε ένα σχετικισμό ενώ η συνθετική σε μια πιο ρεαλιστική πραγματικότητα κι όπως αναφέρουμε στην εξελικτική συστημική προσέγγιση «όσο ο άνθρωπος προσεγγίζει την πραγματικότητα τόσο περισσότερο ανακαλύπτει τον εαυτό του».

Οι ψυχικές διεργασίες και η ρήξη του κοινωνικού δεσμού στην εποχή της πανδημίας

Στο πλαίσιο της εξελικτικής συστημικής προσέγγισης ερμηνεύουμε τα ψυχικά φαινόμενα ως μορφές που εμπεριέχονται σε ευρύτερους σχηματισμούς, κοινωνικούς, πολιτισμικούς, ιστορικούς. Οι ψυχικές διεργασίες δηλαδή αποτελούν μέρος μιας ολότητας και μόνο ως τέτοιες μπορούμε να τις κατανοήσουμε.

Υπό αυτή την έννοια μπορούμε να ερμηνεύσουμε και να κατανοήσουμε τα ψυχικά φαινόμενα που αναδύονται από την συνθήκη της πανδημικής κρίσης του covid-19 μέσα στις ευρύτερες ιστορικές, πολιτισμικές και κοινωνικές τους αναφορές.

Ψυχικά φαινόμενα που αναδύονται στην πανδημική κρίση

Ο Μπρωντέλ (Braudel, 1987) έλεγε ότι «ο μυστικός σκοπός της Ιστορίας, το βαθύ της κίνητρο, είναι η ερμηνεία της συγχρονικότητας». Επομένως, κάθε ερώτημα που τίθεται στο παρόν, κάθε αμφιβολία, ανασφάλεια και προβληματισμός που πλάθεται στο εδώ και τώρα δύναται να ψηλαφηθεί στο ιστορικό παρελθόν, με την έννοια πως ο ιστορικός χρόνος κουβαλά τις μνήμες αυτές, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, οι οποίες ιχνηλατούν το κάθε σύγχρονο βίωμα.

Υπό αυτή την έννοια κάθε κρίσιμη καμπή στο ιστορικό συνεχές ενός συστήματος δημιουργεί συνθήκες τραυματικές καθόσον οι άνθρωποι βιώνουν επώδυνες εμπειρίες που αναδύονται από τη ρήξη και αποσταθεροποίηση του οικείου πλαισίου αναφοράς. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο κίνδυνος μπορεί να δημιουργήσει μια διέξοδο αλλαγής και μετασχηματισμού του πλαισίου, μπορεί όμως να οδηγήσει και σε μεγαλύτερη αποσταθεροποίηση, η οποία συνοδεύεται συνήθως από την επιθυμία αποκατάστασης των υφιστάμενων -πριν την κρίση- συνθηκών ζωής.

Σε αυτή τη δεύτερη περίπτωση οι άνθρωποι έχουν την ανάγκη να κατασκευάζουν, ως ανάθεμα, αυτούς που θα κατηγορηθούν για την απρόσμενη και αιφνίδια κρίση του συστήματος.

Ο ιός HIV και η στοχοποίηση της σεξουαλικότητας

Αν δούμε την παραπάνω κατασκευή του αναθέματος στην ιστορία των πανδημικών κρίσεων των τελευταίων χρόνων θα σταθούμε ιδιαίτερα στην αντιμετώπιση της εξάπλωσης του ιού HIV στις αρχές της δεκαετίας του ’80 κι αργότερα.

Οι αναθεματικές αναφορές για την ευθύνη εξάπλωσης του ιού HIV γρήγορα διαπερνούν στην έννοια της σεξουαλικότητας κι εγκαθίστανται στις κοινωνίες ως το όριο μιας ηθικής που επιθυμεί να επαναφέρει στην κανονικότητα το υπό κατάρρευση σύστημα αξιών, απόρροια της ηθικής παρεκτροπής που επέφερε η σεξουαλική «επανάσταση» της δεκαετίας του 60 έως την εμφάνιση του ιού HIV.

Όλο το ανάθεμα, λοιπόν, οικοδομείται πάνω στη σεξουαλικότητα, ως μια υπενθύμιση αφύπνισης των κοινωνιών έναντι του παν-σεξουαλισμού, της εντύπωσης δηλαδή ότι μεγάλα τμήματα του πληθυσμού και ειδικά η νεολαία λειτουργούν δίχως ηθικούς φραγμούς και με μια αχαλίνωτη σεξουαλικότητα.

Η εντύπωση αυτή, ως συνθήκη ζωής, κατάφερε βεβαίως να επιζήσει ως «κανονικότητα» τη δεκαετία του 70’ και ως τα μέσα του 80’, προβάλλοντας τη σεξουαλικότητα ως την αιχμή του δόρατος των κοινωνικών αλλαγών και των ενδεχόμενων ανατροπών που ευαγγελιζόταν τα κοινωνικά κινήματα από την δεκαετία ακόμη του 1960.

Κλίμα συντηρητικοποίησης κοινωνιών

Στη συγκυρία αυτή στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η ανθρωπότητα βρίσκεται ενώπιον ενός μολυσματικού ιού, του HIV, ο οποίος απειλεί τη ζωή όσων μολυνθούν. Από τα πρώτα ακόμη χρόνια της επιδημίας ο ιός συνδέθηκε με τους ομοφυλόφιλους, τους ναρκομανείς και γενικότερα τα παραβατικά άτομα, αντιμετωπίστηκε ουσιαστικά με όρους ηθικής κι όχι με ιατρικούς όρους.

Δημιούργησε ακόμη μεγαλύτερο πανικό όμως στις κοινωνίες όταν νόσησαν και άτομα που δεν ανήκαν σε μειονοτικές, περιθωριακές ομάδες του πληθυσμού, τρομοκρατώντας τον μέσο πολίτη καθώς έφερε πιο κοντά του τον κίνδυνο της μολυσματικής ασθένειας. Αυτό είχε ως συνέπεια ένα κλίμα συντηρητικοποίησης των κοινωνιών, οι οποίες άρχισαν να δημιουργούν ένα ανάθεμα όπου ξέβγαζαν εκεί όλους όσους ανήκαν στους εν δυνάμει ασθενείς του ιού, τους κολασμένους ανθρώπους που ήρθαν σε ρήξη με τους νόμους του Θεού.

Ατομοκεντρικό και καταναλωτικό πρότυπο

Είναι σαφές πως η επιδημία του HIV, πέρα κι έξω από την ίδια την επικινδυνότητα του ιού, είχε πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις κι ώθησε τις κοινωνίες σε νέα ηθικά και αξιακά σχήματα συμπεριφοράς.

Οι κοινωνίες στην ουσία ενώ κράτησαν τον προηγούμενο προσανατολισμό προς τον ατομισμό και την κατανάλωση, απογυμνώθηκαν από τα βαθιά νοήματα που επιχείρησαν να φέρουν στο φως τα κινήματα της δεκαετίας του 1960.

Η πανδημία του HIV λειτούργησε ως ο τροφοδότης της εμπέδωσης και εξέλιξης ενός μοντέλου ανθρώπου που βυθίζεται στην ηδονή της κατανάλωσης, μέσω της αποπροσωποποίησης του. Σημασία δηλαδή δεν είχε ποιος είσαι, αλλά τι και πόσο καταναλώνεις.

Για πολλές δεκαετίες αυτό ήταν το πρόσημο του ανθρώπου στη Δύση, ένα ατομοκεντρικό ον που εκτονώνει τα πάθη του μέσα από το δικαίωμα στην κατανάλωση. Το μοντέλο αυτό έφτασε στα όρια του στις μέρες μας, αφού προηγουμένως οδήγησε εκτός των άλλων και σε μια εκτεταμένη κλιματική αλλαγή, επιζήμια για το περιβάλλον και τον άνθρωπο. Το μοντέλο, λοιπόν, της άκρατης κατανάλωσης δεν είναι πλέον λειτουργικό κι εγκυμονεί κινδύνους σε όλα τα πεδία.

Συμμόρφωση

Το σύστημα έχει κινητοποιηθεί και πασχίζει με γνωστούς και νέους τρόπους να δημιουργήσει νέες ισορροπίες και νέα διακυβεύματα. Στην προσπάθεια αυτή ένας παλιός τρόπος, ο φόβος, έρχεται με ένα νέο πρόσωπο να συνδράμει στη μετάλλαξη του συστήματος.

Ίσως, λοιπόν, χρειάζεται να δούμε με περισσότερο σκεπτικισμό την εξάπλωση του φόβου ως ένα νέο κοινωνικό μοντέλο διαχείρισης των κρίσεων και των ενδεχόμενων κοινωνικών εντάσεων, όπου ο οδηγός δεν είναι πλέον η εκτόνωση αλλά η συμμόρφωση.

Οι νέες συνθήκες απαιτούν συμμορφωμένους ανθρώπους, ίσως όχι όπως ο πρώιμος βιομηχανικός εργάτης, αλλά ένα μοντέλο αυτόκλητης συμμόρφωσης, η οποία επενδύεται ιδεολογικά ως το νέο αξίωμα των «υγιών» κοινωνιών. Η συμμόρφωση ως διαδικασία είναι ένα διακύβευμα που βεβαίως αναπτύσσεται ευκολότερα στο πρόσφορο έδαφος της κοινωνικής απομόνωσης.

Ενοχοποίηση ατομικής ευθύνης

Το ιδεολόγημα αυτό καλλιεργείται χρόνια τώρα, όμως η συγκυρία της πανδημικής κρίσης του covid-19 έρχεται να του δώσει μια νέα μεγάλη ώθηση. Τι ακριβώς επιχειρείται; Η ρήξη οποιαδήποτε μορφής ολιστικής θέασης των κοινωνιών. Η εξάρθρωση της ολότητας των κοινωνιών γίνεται το βασικό ιδεολόγημα, ένα ιδεολόγημα που δημιουργεί μια ψευδή συνείδηση στο κάθε ξεχωριστό της μέλος, το οποίο κατά συνέπεια απογυμνώνεται από τις κοινωνικές του αναφορές και μένει ακάλυπτος και μόνος έναντι μιας ατομικής ευθύνης που τον ενοχοποιεί ως τον μόνο υπεύθυνο και υπαίτιο.

Η κοινωνία με άλλα λόγια γίνεται αντιληπτή ως άθροισμα ατόμων και όχι ως ένα πλέγμα κοινωνικών σχέσεων και αντιστοίχως όλα τα επιμέρους συστήματα, όπως η οικογένεια, εκλαμβάνονται όχι μέσα από το πρίσμα της διασύνδεσης, αλλά νοούνται ως αυθύπαρκτες οντότητες που λειτουργούν ανεξάρτητα από τους κοινωνικο-πολιτισμικούς παράγοντες και το κυρίαρχο σύστημα αξιών.

Η αναζήτηση όμως της ταυτότητας, ατομικής ή συλλογικής, έξω από το κοινωνικό γίγνεσθαι και τη φυσική πραγματικότητα, ιδεολογικοποιεί το πρόβλημα, όπως κι αυτό της διαχείρισης της πανδημικής κρίσης και μετατρέπει την ανάλυση των δομικών κοινωνικών αιτιάσεων σε ψυχολογία των ατομικών διαφορών. Έτσι όμως αποσυνδέει την ατομική βιογραφία από τις συλλογικές της αναφορές και την αποστειρώνει από τις κοινωνικές μορφοποιήσεις που εγκολπώνονται μέσα της.

Τεχνολογία και εργαλειοποίηση

Το κυρίαρχο εργαλείο της παραπάνω αποδιάρθρωσης του κοινωνικού είναι η αίσθηση της διασύνδεσης που παρέχει η τεχνολογία. Οι άνθρωποι όλο και περισσότερο αισθάνονται διασυνδεδεμένοι δίχως να είναι όμως στην πραγματικότητα. Αυτή η εργαλειοποίηση του ανθρώπου επιχειρείται μέσα από τις μεγάλες δυνατότητες του διαδικτύου, μέσω του οποίου οι άνθρωποι δίχως να μετακινούνται θα εργάζονται, θα διασκεδάζουν και θα επικοινωνούν.

Γίνεται επομένως ευθέως κατανοητό πως το ανάθεμα που ρίχνει ο κίνδυνος της πανδημίας του covid-19 είναι στην έννοια του κοινωνικού δεσμού, η οποία ενοχοποιείται και προκρίνεται αντ’ αυτής η ασώματη επικοινωνία και κατά κάποιο τρόπο η ασυναισθηματική, διαλλειπτική και απόμακρη κοινωνικότητα του διαδικτύου, ακόμη και στο φυσικό περιβάλλον.

Η μοναξιά του ανθρώπου

Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν μονάχοι
σαν το ξεχασμένο στάχυ
ο κόσμος γύρω άδειος κάμπος
κι αυτοί στης μοναξιάς το θάμπος
σαν το ξεχασμένο στάχυ
άνθρωποι μονάχοι

Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν μονάχοι
όπως του πελάγου οι βράχοι
ο κόσμος θάλασσα που απλώνει
κι αυτοί βουβοί σκυφτοί και μόνοι
ανεμοδαρμένοι βράχοι
άνθρωποι μονάχοι

Άνθρωποι μονάχοι σαν ξερόκλαδα σπασμένα
σαν ξωκλήσια ερημωμένα, ξεχασμένα
άνθρωποι μονάχοι σαν ξερόκλαδα σπασμένα
σαν ξωκλήσια ερημωμένα, σαν εσένα, σαν εμένα..

Στίχοι: Γιάννης Καλαμίτσης

Ιδιότυπη μοναξιά

Αυτή η πράγματι ιδιότυπη μοναξιά του ανθρώπου, καθώς και ο ιδιόμορφος εγκλωβισμός στον απέραντο κόσμο του διαδικτύου δημιουργεί ένα νέο υπόδειγμα ανθρώπου, ενός ανθρώπου που δεν μεταβάλλεται απλώς η κουλτούρα του, αλλά μεταβαίνει σε ένα νέο ανθρωπολογικό είδος, τον μετ-άνθρωπο του διαδικτύου.

Θα ήθελα να περικλείσω όμως αυτή την αναφορά με κάτι αισιόδοξο, πως ο άνθρωπος δύναται υπό οποιεσδήποτε συνθήκες να νοηματοδοτεί τη ζωή του και να φύεται στις ρωγμές της ιστορίας με την ελπίδα να αναγεννηθεί σε κάτι νέο, δυνατό κι όμορφο.

Εδώ λοιπόν στη ρωγμή της πανδημικής κρίσης και σε ό,τι μας κάνει να νιώθουμε ας αισθανθούμε πως δεν είμαστε μόνοι, διότι τα συναισθήματά μας έχουν σφυρηλατηθεί στο αμόνι της συγκυρίας, έχουν τις ρίζες τους και αλληλεπιδρούν με το ευρύτερο κοινωνικο-ιστορικό γίγνεσθαι κι ως εκ τούτου μας συνεγείρουν σε μια σχεσιακή κατεύθυνση ως αναγκαία και ικανή παράμετρο της αυτοπραγμάτωσής μας.

Έχουμε λοιπόν ανθρωπολογικό χρέος να αντισταθούμε στη μοναξιά που μας επιβάλλεται και να ορίσουμε το νέο σχεσιακό περιβάλλον ενισχύοντας τον κοινωνικό δεσμό.