Τετάρτη 27 Δεκεμβρίου 2023

Αναζητώντας τους υπο-εαυτούς μας

Ο εαυτός ως μια ενότητα των πολλαπλών υπο-εαυτών μας αποτελεί ένα  πολυμορφικό και πολυδιάστατο δημιούργημα. Για να κατανοήσουμε την πολυμορφική του διάσταση αλλά και την ανάγκη για δημιουργία μιας συγκροτημένης ταυτότητας μπορούμε να ανατρέξουμε στα παιδικά μας χρόνια και να αναβιώσουμε κάποιες δομικές εμπειρίες που ζήσαμε τότε. Απαντήστε στα παρακάτω ερωτήματα ή σε άλλα που θα γεννήσει η μνήμη και η φαντασία σας με στόχο την αναστοχαστική επαναβίωση κάποιων εμπειριών που συνέβαλαν καθοριστικά στην ανάπτυξη της προσωπικότητάς μας. Ψηλαφώντας τις βιωμένες εμπειρίες της παιδικής ηλικίας είναι σαν να αναζητούμε τις αόρατες συνδέσεις της εσωτερικής μας συνοχής και της συγκροτημένης διάδρασης με τον περιβάλλον. Εκεί στον κόσμο του αοράτου υπάρχει η ψυχή του εαυτού μας ή όπως λέει Ζοζέ Σαραμάνγκο «μέσα μας υπάρχει κάτι που δεν έχει όνομα, αυτό το κάτι είναι αυτό που είμαστε». Ο αόρατος (ασυνείδητος) κόσμος συνυπάρχει με τον ορατό (συνειδητό) ως μια αδιάρρηκτη σύνθεση που επικαθορίζεται από τις ζώσες ενδοψυχικές και σχεσιακές συνθήκες και με τη σειρά τους καθορίζουν την προτομή του εαυτού, δηλαδή την εικόνα μας προς τα έξω.

 

Χαμένοι μοιάζουμε, λοιπόν,

στο γύρο του θανάτου

στην παγωνιά του οριστικού,

στον τρόμο του αοράτου

Μα οριστικά θα 'χεις χαθεί,

μονάχα αν το διαλέξεις

όπως διαλέγει η μουσική

τα λόγια και τις λέξεις

(Ο κόσμος που αλλάζει, Αλκίνοος Ιωαννίδης)

 

Η συγκροτημένη και ενιαία αίσθηση ταυτότητας ενέχει την έννοια της προσωπικής επιλογής στη διαδικασία σύνθεσης των υποεαυτών και στη δυνατότητα αυτή να εκφράζονται κατά τον δοκούν, δηλαδή όπως συμφέρει στην ενότητα του εαυτού μας κάθε φορά. Ο εαυτός υπό αυτή την έννοια είναι ταυτόχρονα δομημένος με συγκροτημένο κι ευέλικτο τρόπο, σαν μια ορχήστρα μουσικών οργάνων όπου η μορφή της είναι απόλυτα δομημένη κι ευέλικτη καθώς ο μαέστρος (ο κεντρικός μας εαυτός) δίνει το μοτίβο (συγκεκριμένο ρόλο και πλήρη ελευθερία μέσα σε αυτόν) ώστε κάθε μουσικός και κάθε μουσικό όργανο (υπο-εαυτός) να γνωρίζει το ρόλο του και να αναπτύσσει τις δυνατότητές του στην κατεύθυνση της δημιουργίας ενός όμορφου μουσικού συνόλου.  

 

Ερωτήματα:

Τι δηλώνει το ονομαστικό σου όνομα;

Σε ποιον/ποια σου λέγανε πως μοιάζεις όταν ήσουν παιδί;

Ποιες λέξεις για τον «χαρακτήρα» σου άκουγες περισσότερο;

Ποια εικόνα είχες εσύ για τον εαυτό σου και ποια πιστεύεις πως είχαν οι άλλοι στην οικογένειά σου για σένα;

Τι ρόλους έπαιρνες ως παιδί στα παιχνίδια που έπαιζες;

…………………………………………………………;

…………………………………………………………;

…………………………………………………………;

…………………………………………………………;

…………………………………………………………;

…………………………………………………………;

…………………………………………………………;

 

Δευτέρα 18 Δεκεμβρίου 2023

Η Φόνισσα

Πρόσφατα είδα την κινηματογραφική εκδοχή της Φόνισσας του Παπαδιαμάντη, η οποία προβλήθηκε υπό την σκηνοθετική ματιά της Εύας Νάθενα και τη συγκλονιστική ερμηνεία της Καριοφυλιάς Καραμπέτη. Η Φόνισσα είναι ένα κείμενο που περιγράφει και αγγίζει σε βάθος τις κοινωνικές αναπαραστάσεις που αναπτύσσονται περιμετρικά της έννοιας  του φύλου. Ο Παπαδιαμάντης κάνει μια βαθιά τομή στην ελληνική πεζογραφία, κυρίως επειδή τολμά να θίξει εν τω γίγνεσθαι ένα συλλογικό τραύμα και να αποδώσει με ακρίβεια την σκληρότητα των έμφυλων διακρίσεων και βεβαίως, μέσα από αυτές, τις κοινωνικές συνθήκες και ανισότητες της εποχής του.

Πάνω στο συγκλονιστικό του αφήγημα έρχεται η κινηματογραφική   ενορχήστρωση από την σκηνοθέτιδα Εύα Νάθενα να αποδώσει με λιτό και στοιβαρό τρόπο τις κοινωνικές και τις ψυχολογικές διαστάσεις της γυναίκας-φόνισσας και μέσα από αυτή, τις πλευρές μιας σκληροτράχηλης κοινωνίας. Φωτίζοντας παράλληλα τις διαχρονικές τους συνδέσεις μια και στοιχεία αυτής της κοινωνίας κυλούν στις φλέβες μας ακόμη και σήμερα.

«Να το προικιό μου», αναφωνεί η Φραγκογιαννού, καθώς βρίσκεται «στο ήμισυ του δρόμου, μεταξύ της θείας και της ανθρώπινης δικαιοσύνης» κλείνοντας σε δύο φράσεις ό,τι συμβαίνει στον ψυχισμό της, αλλά και στο πολιτισμικό υπόβαθρο της κοινωνίας της.

Η Νάθενα, ακολουθώντας τον Παπαδιαμάντη, τοποθετεί την ηρωίδα μέσα στο ίδιο εντυπωσιακό φυσικό σκηνικό, τονίζοντας εμφατικά το φυσικό περιβάλλον, με τις αδρές και σκληρές του αποχρώσεις, οι οποίες αντικατοπτρίζονται στις αντίστοιχες σκληρές απεικονίσεις της καθημερινής ζωής, μεταξύ των οποίων και της δυσμενούς θέσης της γυναίκας στην κοινωνική ιεραρχία.

Η ηρωίδα του Παπαδιαμάντη, η Φραγκογιαννού, είναι μια συνηθισμένη μα και ξεχωριστή φιγούρα που κινείται στη ραχοκοκαλιά μιας σκληροτράχηλης πατριαρχικής κοινωνίας. Είναι αυτή που φέρνει στον κόσμο τα παιδιά και συγκεντρώνει πάνω της όλες τις προσδοκίες για να αποκτήσει η εγκυμονούσα γυναίκα το πολυπόθητο αγόρι. Στο πλαίσιο αυτό η Φραγκογιαννού κινείται μεταξύ ατομικής βούλησης και πεπρωμένου, μεταξύ αποδοχής και αναζήτησης, μεταξύ μιας ιδιότυπης αυτονομίας και της άτεγκτης κοινωνικής επιρροής.

Πως θα αλλάξουν οι κοινωνικές δομές, πως θα αλλάξει η μοίρα των γυναικών, είναι το ερώτημα που βασανίζει και δημιουργεί μια υπαρξιακή αγωνία στον συγγραφέα. Τα ίδια ερωτήματα προφανώς βασανίζουν και την Νάθενα, παρά τη διαφοροποίηση της εποχής που ζουν και βεβαίως του φύλου τους. Ωστόσο, το μόνο σίγουρο είναι πως τα παραπάνω ερωτήματα μας αφορούν όλους, ιδιαίτερα σε μια καμπή της ιστορίας όπου η γυναικεία υπόσταση ξαναβυθίζεται στις πτυχώσεις μιας νέας αναδυόμενης, όσο και παλιάς, πατριαρχίας.

Ο Παπαδιαμάντης λοιπόν μας χάρισε ένα κοινωνικό μυθιστόρημα που από τη μία φωτίζει την ανάγκη για μετασχηματισμούς στις κοινωνικές δομές και στις ανθρώπινες σχέσεις και από την άλλη την επιθυμία να συνταχθούμε στο κοινό του ανθρώπου, μέσα από συνθέσεις κι όχι διαιρέσεις.

Και βέβαια αναδεικνύει αυτές τις ανάγκες με ένα φυσικό και ταυτόχρονα δραματικό τόνο, με τον οποίο συντάσσεται και η σκηνοθετική και  ερμηνευτική απόδοση της ταινίας. Σαν να θέλουν και οι δύο -συγγραφέας και σκηνοθέτιδα- να αποδώσουν την τραγικότητα της ανθρώπινης μοίρας όταν αυτή ξεφεύγει από τις φυσικές της νομοτέλειες. Όταν δηλαδή η σύνδεση του ανθρώπου με το κοινωνικό του περιβάλλον παραβιάζει τη φυσικότητα του κύκλου της ζωής και δημιουργεί κοινωνικές και ψυχικές παθογένειες. Η αλήθεια του οπτικοποιημένου κειμένου διαπλάθεται μεταξύ αντικειμενικής περιγραφής και υποκειμενικής εμπειρίας και συνθέτει έναν κόσμο αντιφάσεων, επιβίωσης και υπαρξιακής μοναξιάς, κοινωνικής σκληρότητας και νοιαξίματος, αγάπης και εθίμου, έρωτα και ανάγκης, κ.ο.κ.. Και μέσα σε αυτές τις αντιφάσεις διατρέχει ως ενοποιητικός παράγοντας ο βαθύτερος ψυχισμός της Χαδούλας, καθώς και το τραυματισμένο υπόβαθρο της κοινωνίας που σε ασυνείδητο επίπεδο αναζητά λύσεις.

Η Χαδούλα δημιουργεί, μεταξύ του ψυχισμού της και του συλλογικού ασυνείδητου, ένα διάκενο στο οποίο φαντασιώνεται μια λυτρωτική εμπειρία, ισοδύναμη με την καταλυτική μορφή της αγάπης. Σκοτώνει τα μικρά κορίτσια και νοηματοδοτεί αυτή της την πράξη ως λυτρωτική αγάπη, για να τα γλιτώσει από την μοίρα τους, την κοινή μοίρα των γυναικών της εποχής. Ο θάνατος εξυψώνει τους ανθρώπους στο ίδιο σημείο, άρει τους διαχωρισμούς και τις διακρίσεις, δεν υπολογίζει τις κοινωνικές κατασκευές και παραμερίζει τις συμβάσεις που φτιάχνουν οι άνθρωποι για να επιβιώσουν. Στον θάνατο είμαστε όλοι ίδιοι, και είναι σαν να μοιάζει το σκληρό του πρόσωπο πιο δίκαιο και πιο ανθρώπινο από τις ανθρώπινες κοινωνικές κατασκευές.

Ζωή σαν θάνατος και θάνατος σαν λύτρωση, σαν το τίμημα δηλαδή για την απελευθέρωση.

 

Μήπως δεν είναι όμως σκληρή η ζωή και για τους άντρες; Μήπως δεν είναι κι εκείνοι έρμαια μιας κοινωνίας πυκνής σε αντιφάσεις και διαχωρισμούς; Μήπως δεν είναι κι εκείνοι υπόδουλοι των δικών τους ρόλων; Τους παρατηρείς στην ταινία να κινούνται σαν βιολογικές οντότητες, αποστασιοποιημένοι από κάθε λογής συναισθήματα. Τουλάχιστον οι γυναίκες υφαίνουν μεταξύ τους ένα δίκτυο επικοινωνίας, στρεβλό βέβαια, αλλά υπαρκτό. Μέσω του οποίου «μαγειρεύουν» τα πάθη τους και επιχειρούν να αντέξουν τις πίκρες και τις ματαιώσεις της ζωής τους. Από την άλλη οι άντρες ως «κυρίαρχοι» των κοινωνικών δομών ασφυκτιούν μέσα στην ισχύ τους και βιώνουν μια ανεξάντλητη υπαρξιακή μοναξιά. Μόνοι και συναισθηματικά ευάλωτοι εργάζονται, τρώνε, πίνουν και κάνουν σεξ, συνθέτοντας μια αποτρόπαια κοινωνική φιγούρα.

Οι άντρες ζουν σε μια ψευδαίσθηση πως μπορούν να ορίσουν τη ζωή και τον θάνατο, ενώ δεν είναι σε θέση να ορίσουν τα ίδια τους τα συναισθήματα. Και μέσα σε αυτή την αντίληψη αντιλαμβάνονται τη γυναίκα ως μέσο συντήρησης και αναπαραγωγής κι όχι σαν αλληλέγγυα πλάσματα στον αγώνα της επιβίωσης και της εξέλιξης των ίδιων και των κοινωνιών τους.

Οι άντρες βιώνουν μια ανελέητη πίεση που τους συνθλίβει στις μυλόπετρες της επιβίωσης. Μοιάζουν σαν τις πέτρες και τα βράχια των βουνών του νησιού τους που στέκονται αγέρωχα, σκληρά, μα και μοναχικά απέναντι στις αντιξοότητες του αέρα, της βροχής και της κάψας του ήλιου. Οι άντρες εκείνης της γενιάς -όπως και πολλοί άλλοι πολλών γενιών- στερούνται του χαδιού και της αγάπης που κουβαλά η γυναίκα και η μητέρα.  Το πετσί τους γίνεται τραχύ για να αντέχει και η καρδιά τους σκληραίνει για να μπορούν να γίνουν το πέρασμα προς την επιβίωση για όλη την οικογένεια.

Στην ταινία δεν ξέρεις ποιον/α να πρωτολυπηθείς και για ποιο πράγμα να συμπονέσεις πρώτα. Όλα κινούνται σε ένα δραματικό φόντο που αποκλείει τις απολαύσεις που έχουν οι απλές ανθρώπινες αλληλεπιδράσεις, το χάδι, η φροντίδα, ο έρωτας. Άντρες και γυναίκες στον δρόμο μεταξύ θείας και ανθρώπινης ηθικής ανήμποροι να αγαπήσουν ο ένας τον άλλο, στρέφονται με μανία ο ένας εναντίον του άλλου, σε ένα κυριολεκτικό μα και φαντασιακό παιχνίδι επιβίωσης, από το οποίο όμως δεν επιβιώνει κανείς δίχως να τραυματιστεί και να πληγεί συναισθηματικά ή/και σωματικά. Το ίδιο πληγωμένο καθίσταται και το κοινωνικό σώμα, ένα σώμα που κουβαλά στη ράχη του τις διακρίσεις και τους αποκλεισμούς που το ίδιο δημιουργεί, σαν να νοσεί από μια αυτοάνοση ασθένεια.

Το παράδοξο με τις πατριαρχικές δομές είναι πως καταφέρνουν να δημιουργήσουν ένα αέναο διαγενεακό τραύμα, το οποίο μεταλλάσσεται σε μίσος και σκληρότητα ή γίνεται σιωπή, στις περιπτώσεις που δεν επουλωθεί. Σε κάθε περίπτωση στην ταινία αναδεικνύεται μεταξύ άλλων η πολυπλοκότητα των ανθρώπινων σχέσεων και φωτίζονται κάποια από τα σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα, όπως μεταξύ άλλων η έμφυλη βία, η δύναμη των προκαταλήψεων και η επιρροή που έχουν οι κοινωνικές  διεργασίες στους ανθρώπινους ψυχισμούς, η μοναξιά στον γάμο, η φτώχια, κ.ο.κ..

…Να τη δείτε άμεσα

 

Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2023

Χάσμα γενεών ή "γεννήθηκα στον Βορρά, μεγάλωσες στον Νότο"

Το νέο βιβλίο της Ελισάβετ Μπαρμπαλιού δεν χρειάζεται πολλές συστάσεις, δεδομένου πως η συγγραφέας έχει δώσει τα διαπιστευτήριά της ήδη με το μεγαλειώδες πρώτο της βιβλίο «η επιστροφή του άντρα». Ένα βιβλίο δώρο για την κατανόηση των ανθρωπίνων σχέσεων και του ψυχισμού των αντρών.  

Πλέκοντας η συγγραφέας τις ψυχικές διεργασίες του άντρα και τώρα της γυναίκας υφαίνει το κοινωνικό υπόστρωμα και ζωγραφίζει ανάγλυφα την κοινωνική πραγματικότητα, σε όλες της τις διαστάσεις.  

Θα ήταν επομένως αδικία να ξεδιπλώσουμε εδώ όλες αυτές τις διαστάσεις που καταγράφει η συγγραφέας ώστε να δώσουμε ένα κίνητρο στους αναγνώστες να το αναζητήσουν, κάνοντας απλώς κατανοητό πόσο χρήσιμο και ωφέλιμο θα είναι για αυτούς να το αναζητήσουν.  

Οι συγκλονιστικές σκέψεις που ξεδιπλώνονται για όλα τα παραπάνω ζητήματα εξελίσσονται μέσα από το μεγαλείο και τη μοναδικότητα της σχέσης μάνας – κόρης, κι ο τρόπος που υφαίνεται αυτή η σχέση στο βιβλίο συνιστούν ένα μυητικό διάλογο τον οποίο η συγγραφέας μας χαρίζει απλόχερα. Μια υπαρξιακή μα και καθημερινή συζήτηση μεταξύ δύο γυναικών που ξετυλίγουν τις ψυχές τους και τις ιστορίες τους. Η Ελισάβετ το κάνει με μαεστρία, σχεδόν σκηνοθετικά. Σε βάζει μέσα στο κείμενο σαν να παρακολουθείς ταινία, σαν να έχεις εκεί μπροστά σου τις πρωταγωνίστριες. Κι όχι μόνο αυτές. Μπροστά σου περνούν τα μοτίβα, τα στερεότυπα, οι πεποιθήσεις. Το υπόβαθρο της αφήγησης ξετυλίγεται σε ιστορικό φόντο. Η γενεαλογία, η κουλτούρα, η ιδεολογία και οι κοινωνικές συνθήκες διαπερνούν τους ψυχισμούς των γυναικών και καθορίζουν τους ρόλους και τις συμπεριφορές τους. Οι γυναίκες είναι πλάσματα του καιρού. Διαμορφώνονται κι αυτές μέσα στο ζυμωτήριο των συνθηκών και της ιστορικότητας των γεγονότων. Πλάσματα ίσως αδικημένα μα και δυνατά, πλάσματα όμορφα και γερά μα και υποτιμημένα, πλάσματα σύνθετα, πολύπλοκα μα και συρρικνωμένα από την ιστορία.  

Οι γυναίκες κρατούν στο χέρι τους τη ζωή και το θάνατο, αυτές γεννούν κι αυτές χαιρετούν τον άνθρωπο. Η δύναμη της ζωής και του θανάτου είναι σφυρηλατημένη μέσα της από γενιές πίσω. Μα ο πολεμοχαρής κόσμος δεν άφησε να φανούν τούτες οι αρετές. Υπερίσχυσε η σωματική ρώμη, η βία, ο πόλεμος.  

Οι γυναίκες έχουν στη ράχη τους τα τραύματα αυτού του κόσμου και μοιάζουν σαν να κρατούν σφιχτά μια αλυσίδα που τα κουβαλά από κρίκο σε κρίκο από γενιά σε γενιά.  

Από γενιά σε γενιά λοιπόν είναι η φράση που διατρέχει το βιβλίο, το διαγενεακό τραύμα, οι συνέχειες και ασυνέχειες της ιστορίας, αυτά που πήραμε κι αυτά που δώσαμε.  

Θα σας πω ένα παράδοξο στοιχείο που σκοντάφτει στο χάσμα. Και γιατί παράδοξο, ίσως γιατί ο κόσμος μας είναι πλέον παράδοξος. 

Ακούστε λοιπόν: 

Συνηθίζετε στον δυτικό κόσμο, στις ανεπτυγμένες ας πούμε ΗΠΑ οι γονείς να δίνουν στα παιδιά τους μελατονίνη προκειμένου να κοιμηθούν. Ο σύγχρονος αγχωτικός τρόπος ζωής, η υπερδιέγερση του ανθρώπινου εγκεφάλου και ψυχισμού από τις πολλές κι ασύνδετες πληροφορίες και σαφώς η φωτεινότητα της οθόνης δεν επιτρέπουν στα παιδιά και στους νέους έναν ήσυχο ύπνο.  

Από το «κοιμήσου αγγελούδι μου και κάνε νάνι νάνι» φτάσαμε στο πάρε μελατονίνη μπας και κοιμηθείς… αυτό κι αν συνιστά χάσμα μεταξύ της τωρινής γενιάς και των προηγούμενων.  

Η γιαγιά που έλεγε παραμύθια, τα παιδιά που κοιμόντουσαν στο ίδιο δωμάτιο που οι ενήλικες έλεγαν ιστορίες, η μητέρα που είχε όλο τον χρόνο να σκύψει πάνω από το παιδί και να το νανουρίσει, διαβάζοντας παραμύθια και ψιθυρίζοντας ιστορίες και τραγουδάκια, μοιάζουν πλέον σαν μακρινές αναμνήσεις. Η οθόνη παίζει τον αντίστοιχο ρόλο της γιαγιάς, της μητέρας, του μύθου και της ιστορίας.  

Μοιάζει οι ανθρώπινες σχέσεις να ορίζονται πλέον από τις εξωτερικές τους συνιστώσες και πάντα να διαμεσολαβούνται από κάτι που συμβαίνει έξω από αυτές, όπως στην περίπτωση της χρήσης μελατονίνης που έρχεται απ’ έξω (από την επιστήμη ή την πολιτική ή από οπουδήποτε αλλού) να υποκαταστήσει το ανθρώπινο χάδι και τον ανθρώπινο λόγο…  

Το χάσμα των γενεών που αποτελεί τον πυρήνα αυτού του βιβλίου από το οποίο εξελίσσονται κυκλικά όλες οι παράμετροι των ανθρωπίνων σχέσεων, αποτελεί μια αναγκαία και ουσιαστική συνθήκη, προκειμένου να υπάρχει εξέλιξη. Η ανάγκη και η επιθυμία των νέων για διαφοροποίηση οδηγεί στην σύγκρουση με το παλιό και στην ονειροπόληση του καινούργιου. Δίχως το κενό του χάσματος δεν υπάρχει μετάβαση. Ωστόσο πάντα ο κίνδυνος είναι να παραμείνουμε περισσότερο από όσο αντέχουμε στο κενό και να χάσουμε την δημιουργικότητά μας, να μείνουμε εκεί βαλτωμένοι.  

Γιαυτό μεταξύ άλλων έχουμε ανάγκη από τέτοιου είδους βιβλία, τα οποία φωτίζουν τον δρόμο για την συνέχεια της πορείας μας… 

Η Ελισάβετ λοιπόν σε αυτό το βιβλίο, όπως και στο προηγούμενο,  χρησιμοποιεί άμεσο λόγο και είναι πολύ γενναιόδωρη με τους αναγνώστες της, μην σας τρομάζει επομένως ο όγκος του βιβλίου, θεωρήστε το ένα δείγμα της δοτικότητάς της και της βαθιάς της επιθυμίας να μοιράζεται.  

Δεν μένει στη θέση του ειδικού και μας μιλάει από καρδιάς ενώ παράλληλα οι πληροφορίες και οι γνώσεις που μας μεταφέρει είναι φιλτραρισμένες μέσα από το βλέμμα της ειδικού. 


Θα προσπαθήσω επιγραμματικά και τσιγκούνικα να μεταφέρω κάποια από τα λεγόμενα του βιβλίου:  

Οι συνειδητοποιήσεις για τον εαυτό μας, για τις επιλογές μας και για τις αποφάσεις μας είναι το βασικό κριτήριο για μα συνειδητοποιημένη ζωή. Καμιά φορά δεν έχει τόση σημασία το γίγνεσθαι των πραγμάτων αλλά πως φτάσαμε ως εκεί και πόσο αυθεντικά καταφέρνουμε να ζούμε μέσα σε αυτό το γίγνεσθαι των πραγμάτων. Η συγγραφέας μιλά σχεδόν αυτοβιογραφικά και μέσα τόσο από την κατάδυση στον εαυτό, όσο και από την διαλεκτική σχέση με την κόρη μας μεταφέρει τον πλούτο που κουβαλούν οι εμπειρίες όταν μετουσιώνονται σε γνώση, γιατί δίχως γνώση η άνθρωποι οδηγούνται σε απόγνωση, την βάση όλων των ψυχικών ασθενειών. Λέει η συγγραφέας «Θα σου δείξω κι εγώ τις δικές μου πληγές και τα τρόπαια μου. Αυτά που μου κληροδότησε η γιαγιά σου και αυτά που απέκτησα μόνη μου, με κόπο και προσπάθεια. Πολλά από αυτά τα έχεις δει, τα έχεις νιώσει ήδη».  

Και δεν φοβάται να εκτεθεί (βασικό προνόμιο ενός καλού ψυχοθεραπευτή) και να αγγίξει και να φωτίσει τις δικές της εμπειρίες για το δικό της περπάτημα στη ζωή. Εμπειρίες που μας αφηγείται απλόχερα  «Άκουγα τους φίλους μου να κάνουν τις επιλογές τους, ανταποκρινόμενοι ίσως στα όνειρα και τις προσδοκίες των ταλαιπωρημένων γονιών τους και μέσα μου ψιθύριζα: Εγώ θα ήθελα κάτι άλλο… κάτι άλλο, ώσπου κάποια μέρα έπεσε το μάτι μου στην προτροπή και διαφήμιση κάποιου ιδιωτικού, τότε, κολεγίου με τον τίτλο Γινόμαστε Ψυχολόγοι; Αυτό είναι, είπα, το βρήκα. Ένα επάγγελμα που δεν θα είναι βαρετό, θα έχει ενδιαφέρον και θα δίνει νόημα στη ζωή μου. Τώρα που το καλοσκέφτομαι, θεωρώ ότι το τραύμα της απώλειας κατά την βρεφική μου ηλικία, καθώς και ο υπεύθυνος ρόλος που μου απέδωσαν η μητέρα μου και οι δάσκαλοί μου με οδήγησαν να διοργανώσω ομαδικά παιχνίδια μοιράσματος και αλληλεγγύης, ενώ στην ενήλικη ζωή, μέσα από τον επαγγελματικό μου ρόλο, να δουλεύω ακούραστα κόντρα στον ανθρώπινο πόνο, φροντίζοντας τις ανθρώπινες σχέσεις».  


Ένας τρόπος για να ανοίξει ένας διάλογος με τις επόμενες γενιές είναι αυτός που εξελίσσεται στο βιβλίο, δηλαδή η ευθύνη να μοιραζόμαστε με τα παιδιά μας τις εμπειρίες μας και να τα ακούμε, διότι μόνο έτσι κι εκείνα θα μοιραστούν τις δικές τους εμπειρίες μαζί μας και θα μας ακούσουν. Η συγγραφέας ανοίγει ένα νέο (αλλά που έρχεται από παλιά) δρόμο διαγενεακών σχέσεων και προτάσσει μια νέα κουλτούρα διαγενεακότητας. Και μας υπενθυμίζει την αναγκαιότητα της διασύνδεσης των γενεών, μέσω των σχέσεων, των αλληλεπιδράσεων, της δημιουργικότητας κι όχι μόνο διαμέσου των τραυμάτων, των εξαρτήσεων και των αναγκαιοτήτων.  

Η μία γενιά έχει να εμπλουτίσει την άλλη με την πείρα και τον ενθουσιασμό αντίστοιχα. Και χρειάζεται να μας γίνει σαφές πως καμιά γενιά δεν μπορεί να σταθεί μόνη της ενώπιον των μεγάλων υπαρξιακών δεδομένων. Οι νέοι έχουν ανάγκη τις αφηγήσεις μας για τον κόσμο που υπήρξε πριν από αυτούς, νιώθουν έτσι να εντάσσονται σε ένα μακρύ ιστορικό πλαίσιο. Και οι μεγαλύτεροι έχουν ανάγκη τη φρεσκάδα των νέων, τόσο για να αναστοχαστούν πάνω στις εμπειρίες τους, όσο και για να απαλύνουν την αίσθηση της ματαιότητας που μπορεί κουβαλούν τα χρόνια τους. 

Κι όσο μικρότερο είναι το λεγόμενο χάσμα των γενεών (το κατά τα άλλα αναγκαίο ως μια γέφυρα που οδηγεί σε κάτι νέο) τόσο περισσότερο συμπαγείς είναι οι κοινωνικές μας αναφορές…  

Ωστόσο όπως λέει η ίδια οι νέες κοινωνικές συνθήκες τείνουν να απομονώσουν την μία γενιά από την άλλη. «Χάσμα γενεών, βλέπεις, εντοπίζεται παντού, όπως λόγου χάρη στο πως εκπαιδεύονται και μορφώνονται οι γενιές, ειδικά με τις ραγδαίες αλλαγές που γίνονται στο πεδίο της πληροφορικής και του διαδικτύου.  «Οι λόγοι θεωρώ ότι είναι κι άλλοι πολλοί. Το εκπαιδευτικό σύστημα, για παράδειγμα, που δίνει βαρύτητα στην βαθμοθηρία περισσότερο και στην επαγγελματική επιτυχία παρά στη γνώση, ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για αυτό. Η έλλειψη γενικότερης παιδείας διαφαίνεται εκεί. Οι νέοι στην προσπάθειά τους να επικοινωνήσουν με όσο το δυνατόν περισσότερο κόσμο γύρω τους, περνούν ατελείωτες ώρες στο φείσμπουκ, το ίντσταγκραμ και το τικ τοκ, ενώ όταν ψάχνουν κάποια πληροφορία απευθύνονται στο διαδίκτυο (κι όχι συμπληρώνω στην εμπειρία των παλιοτέρων, αντλούν δηλαδή την γνώση από άυλες μορφές επικοινωνίας κι όχι μέσω των σχέσεων), διαλέγοντας έναν εύκολο και γρήγορο τρόπο, παρά στα βιβλία. Ο ρόλος των μίντια στις ανθρώπινες σχέσεις τείνει να γίνει έτσι καταστροφικός, ενώ θα μπορούσε να έχει θετικότατη επίδραση».  

Τέλος, κάνω ιδιαίτερη μνεία στο κεφάλαιο «ο πλάτανος και η πηγή» στο οποίο καταγράφει συνοπτικά τη γνώση που μας μεταφέρει στο πρώτο της βιβλίο στην επιστροφή του άντρα. Αφορμή είναι ένα πλατάνι που φύτεψε ο πατέρας της γιαγιάς της όταν ήταν παιδί, ένα πλατάνι που γύρω του έρεε μια γάργαρη πηγή. Ένα πλατάνι που διασυνδέει την ιστορία της οικογένειας και ειδικά των αντρών μια κι όπως λέει ο πλάτανος έχει μια στιβαρότητα σαν κι αυτή του άντρα της παράδοσης. Και η πηγή από δίπλα ως σύντροφος στο μεγάλωμα, αλλά και στην επούλωση των πληγών, μια που το νερό έχει πάντα ιαματικές ιδιότητες και συμβολίζει την ροή της ζωής. ανάγνωση

Αυτά δεν θα προδώσω κάτι άλλο από το βιβλίο, προτρέπω όμως να συναντηθείτε μαζί του και αφού το διαβάσετε, να το αξιοποιήσετέ ως εργαλείο κατανόησης των δικών σας βιωμάτων… 

Πέμπτη 21 Σεπτεμβρίου 2023

Η αυτοαποκάλυψη του ψυχοθεραπευτή

Εγγύτητα και απόσταση στη θεραπευτική σχέση

Μέσα σε έναν κόσμο που φλέγεται και οι κρίσεις (οικονομική, πανδημική, ενεργειακή)  αποκτούν έναν ενδημικό χαρακτήρα, ο οποίος εξυπηρετεί στην εξέλιξη και αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος, στο πλαίσιο μιας θεραπευτικής μου ομάδας σκέφτηκα να θέσω τον εξής στοχασμό, ως μέρος της παρακάτω αυτοαναφορικής άσκησης, τον οποίο μοιράζομαι και μαζί σας:

Φαντάζεστε πως θα ήταν η ζωή σας σε ένα σκηνικό πολέμου, τι νόημα θα αποκτούσαν οι σχέσεις και τα πράγματα γύρω σας; Πως θα ήταν η καθημερινότητα με την ιδέα του θανάτου να στέκει απειλητικά από πάνω σας;

Έθεσα αυτό το υποθετικό σενάριο για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε πως παρότι η πανδημική κρίση, την οποία διακηρύξαμε ως «πόλεμο» εναντίον του ιού, άσκησε τεράστια επίδραση και κλυδώνισε συθέμελα τις υπαρξιακές μας συνιστώσες, το στάτους των κοινωνιών μας παρέμεινε περίπου το ίδιο. Ναι αλλάξαν πολλά, πολλές παράμετροι έχουν επιδεινωθεί, όπως η ψυχική υγεία, η οικονομική δυνατότητα και η ένταση της χειραγώγησης, πολλά όμως παραμείνανε ίδια, όπως ο ατομοκεντρισμός, οι επιφανειακές νοηματοδοτήσεις της ζωής, η αδυναμία συγκρότησης ενός συνεκτικού κοινωνικού δεσμού, η έλλειψη καλλιέργειας και παιδείας, ο καταναλωτισμός, η επιδείνωση της κλιματικής κρίσης, κ.α.. Με άλλα λόγια η ελπίδα των περισσοτέρων στριμώχτηκε στο όνειρο της επιστροφής την πρότερη «καλή» πραγματικότητα.

Δεν μπορεί να συμβαίνει όμως το ίδιο με έναν πόλεμο, ένας πόλεμος αλλάζει ριζικά το τοπίο και μετασχηματίζει βίαια το υπαρξιακό γίγνεσθαι των ανθρώπων. Ο πόλεμος τα αλλάζει ΌΛΑ. Νοήματα, αξίες, αρχές, δεξιότητες, συμπεριφορές, όλα αλλάζουν πρόσημο (θετικά ή αρνητικά) όταν αλλάξει το πλαίσιο. Κι ο πόλεμος δημιουργεί ένα άκρως καταστροφικό σκηνικό, στο οποίο το νόημα των πραγμάτων αλλάζει. Για παράδειγμα σε συνθήκες ευμάρειας η θυσία μιας μάνας, η οποία καταπιέζει τα συναισθήματά της και ενδεχομένως ακρωτηριάζει άλλες ζωτικές της σχέσεις, όπως αυτή με τον σύντροφό της, για χάρη του παιδιού, είναι μια θυσία που «πνίγει» και εγκλωβίζει. Σε αντίθεση με την θυσία μιας μάνας στον πόλεμο η οποία «σώζει» και απελευθερώνει. Όπως της μητέρας του Ντεμίρ, ενός Σύρου πρόσφυγα, ο οποίος έφυγε από την πατρίδα του έπειτα από διάστημα πέντε χρόνων αφότου ξεκίνησε ο πόλεμος, όταν κλήθηκε να στρατευτεί. Τότε η μητέρα του τον «εξαπάτησε» ώστε να φύγει για να σωθεί, λέγοντας πως θα τον ακολουθήσουν σύντομα. Η θυσία στην ειρήνη πνίγει και στον πόλεμο σώζει, στο ένα πλαίσιο απελευθερώνει και στο άλλο εγκλωβίζει.

Παρατηρούμε λοιπόν πως μια αξία, μια αρχή, μια πράξη, που σε ένα πλαίσιο σώζει, σε ένα άλλο μπορεί να καθηλώνει. Αλλάζοντας το πλαίσιο αλλάζει το νόημα και η οπτική για τα πράγματα, ακόμη και για το τι είναι πρόβλημα ή ψυχική δυσλειτουργία και δυσφορία. Αυτή είναι μια χρήσιμη πληροφορία για την εξελικτική μας πορεία και την προσωπική μας ανάπτυξη. Για παράδειγμα ένα μέλος της θεραπευτικής ομάδας, ο Γιάννης, είναι ένας άνθρωπος καλοπροαίρετος, με καλή ψυχή, που ενώ αρκετά συχνά καταβάλλεται από τις ανασφάλειές του και σε συνθήκες ηρεμίας γίνεται γκρινιάρης και φοβικός, σε έντονες και δύσκολες συνθήκες διακρίνεται από ψυχραιμία και υπευθυνότητα. Οι πράξεις και τα νοήματά του αλλάζουν πρόσημο όταν αλλάζουν οι συνθήκες γύρω του. Στον «πόλεμο» γίνεται γενναίος και στην «ειρήνη» κλαψιάρης.

 

Αυτοαναφορική άσκηση

Με την ευχή να μην χρειαστεί να νοηματοδοτήσουμε την ύπαρξή μας εν μέσω ενός πραγματικού πολέμου προτείνω να βάλουμε ένα άλλο πλαίσιο επανανοηματοδότησης: Στον ψυχισμό μας υπάρχει συνήθως ένα κεντρικό ζήτημα το οποίο μας βάζει (μεταφορικά) σε μια εμπόλεμη κατάσταση.

Ακολουθώντας την παραπάνω πρόταση πρώτος σέρνω τον χορό της αναζήτησης και αποκάλυψης των διεργασιών που αναδύονται. Η έννοια της αυτοαποκάλυψης έχει ιδιαίτερη σημασία, καθόσον ενισχύει τα τρία βασικά συστατικά της ψυχοθεραπευτικής πράξης (κατά την προσωπική μου άποψη), την διαφάνεια με την οποία συμμετέχω στο ψυχοθεραπευτικό γίγνεσθαι, τον εκδημοκρατισμό της ψυχοθεραπευτικής σχέσης και την ενδυνάμωση του ενεργού ρόλου του θεραπευόμενου. Η ψυχοθεραπευτική σχέση εξελίσσεται, όπως κι όλες οι σχέσεις, στο πεδίο της εγγύτητας και της απόστασης. Η απόσταση ρυθμίζει την επικοινωνία και το πόσο κοντά ή μακριά είναι αυτό που προσδιορίζει και διαμορφώνει την ποιότητα της σχέσης. Εξάλλου οι σχέσεις πραγματώνονται στον διάκενο χώρο και στις συνθέσεις των προσωπικών στοιχείων του καθενός. Συμμετέχω ως πρόσωπο, με την ιδιότητα του θεραπευτή και σχετίζομαι με άλλα πρόσωπα, που έχουν την ιδιότητα του θεραπευόμενου, δημιουργώντας στο πλαίσιο της εγγύτητας (και της απόστασης) την ποιότητα της θεραπευτικής σχέσης. Σύμφωνα με το πρότυπο του αγγελιοφόρου θεραπευτή (Γιαννούσης, 2021) ο ψυχοθεραπευτής οφείλει να έχει επιστασία, ένα τρίτο μάτι εστιασμένο στο γίγνεσθαι της τρέχουσας πραγματικότητας, ώστε να μπορεί να ανασυνθέσει από αυτή ένα μήνυμα που ενδεχομένως λειτουργήσει καταλυτικά στον θεραπευόμενο, τηρώντας έτσι τις αποστάσεις. Παράλληλα οφείλει να αλληλοεπιδρά αυθεντικά και με αφοσίωση αξιοποιώντας την εγγύτητα της θεραπευτικής σχέσης.

Ως εκ τούτου, στο ίδιο πλαίσιο, της εγγύτητας, για να συμμετέχω στο μοίρασμα και στην κατανόηση της άσκησης παραθέτω τον δικό μου αναστοχασμό στο ζήτημα που τίθεται:

«Για μένα ένα κεντρικό ζήτημα που με έβαζε πάντα σε πόλεμο (μέσα μου ή/και με τους άλλους) είναι η αίσθηση της αδικίας. Είναι ένα κεντρικό θέμα με το οποίο έρχομαι καθημερινά αντιμέτωπος, είτε σε δικά μου θέματα, είτε σε θέματα που προκύπτουν στους σημαντικούς άλλους. Σαφώς όσο δεν διαχειρίζεται κανείς το αίσθημα της αδικίας, αδικεί πρώτος εκείνος τον εαυτό του, αφήνοντας φυσικά το περιθώριο να υποστεί κι ένα σωρό άλλες επιδραστικές αδικίες. Ξεκινώντας από τα μέσα ακόμη της δεκαετίας του 1990 να συλλογίζομαι με βιογραφικούς και γενεογραμματικούς όρους το αίσθημα της αδικίας στάθηκα στην γενοκτονία ενός ολόκληρου γένους, του γένους της γιαγιάς μου, η οποία μετά τον πόλεμο και τον εμφύλιο έμεινε μόνη της, μόνη από μια ολόκληρη γενιά που ξεκληρίστηκε στους φονικούς πολέμους. Η αδικία και η μελαγχολία ήταν κατάφωρες. Αυτό μεταβιβάστηκε στα παιδιά της και ειδικότερα στην μεγαλύτερη κόρη της, την μάνα μου, η οποία κουβαλούσε το αίσθημα της αδικίας σε κάθε της βήμα. Ένιωθε αδικημένη ακόμη κι όταν εκείνη αδικούσε κάποιον. Η αδικία προερχόμενη από τους κόλπους της κοινωνίας έγινε η προμετωπίδα της συμπεριφοράς μας. Έπρεπε να είμαστε σε επιφυλακή διότι παντού παραμόνευσαν αυτοί που θα μας αδικήσουν. Ίσως κάπου εκεί κρύβεται και η αριστερόστροφη τάση μου, ως ο ιδεολογικός τόπος όπου θα ευδοκιμούσε η επιθυμία μου να αρθούν οι αδικίες αυτού του κόσμου.

Η αναγνώριση, η κατανόηση, η βαθιά συνειδητοποίηση και ο μετασχηματισμός της αδικίας σε σχέση με τον εαυτό μας λειτούργησαν προς την προσωπική μου απελευθέρωση από έναν μύθο ο οποίος συνείχε το βιογραφικό μου συνεχές. Πλέον η «αδικία» δημιουργεί μια αυτογνωστική συνθήκη, που με καλεί σε μια εσωτερική δίκη, σε μια διεργασία δηλαδή ανεύρεσης του δικαίου. Κάποτε είχα ακούσει από μια Κοινωνική ανθρωπολόγο που μελέτησε τη ζωή των Σαμάνων στην Νοτιοανατολική Ασία πως στις κοινωνίες τους το αίσθημα της αδικίας προκαλεί διάφορες ασθένειες στον αδικημένο, τις οποίες μπορεί να θεραπεύσει μόνο αυτός που τον αδίκησε. Και μάλιστα εκείνος που αδικεί δεν διαπραγματεύεται στιγμή το άδικο και αμέσως συντρέχει προς την ίαση, με έναν τελετουργικό τρόπο, του αδικηθέντος προσώπου. Πρωτόγονες κοινωνίες οι οποίες μάλλον ήταν περισσότερο εξελιγμένες από τις δικές μας που έχουν ταυτίσει την εξέλιξη και τον πολιτισμό με τις τεχνολογικές ανακαλύψεις. Κι όπου τα καταναλωτικά αγαθά και η τεχνολογία ανακαλύπτουμε (έντρομοι) πλέον πως δεν απαντούν σε βασικές ανάγκες του ανθρώπου και πως το κυνήγι τους οδηγεί στην απομόνωση, την αποξένωση και εν τέλει την αλλοτρίωση. Καθώς και στην έλλειψη ενός συνεκτικού κοινωνικού δεσμού.

Στις δικές μας κοινωνίες λοιπόν που το αίσθημα της αδικίας κυριαρχεί και μάλλον αυτός που νιώθεις ότι σε αδίκησε δεν πρόκειται να προστρέξει ώστε να σε θεραπεύσει, χρειάζεται εμείς να εσωτερικεύσουμε τον «άλλο» μέσα μας και ως άλλος να θεραπεύσουμε τον εαυτό μας. Ευελπιστώντας πως στις οικείες μας τουλάχιστον σχέσεις ίσως καταφέρουμε να λειτουργήσουμε όπως οι άνθρωποι στις πρωτόγονες φυλές των Σαμάνων»

Ένα άλλο θέμα που με έβαζε σε εσωτερικές φουρτούνες, αλλά πλέον μετασχηματίστηκε σε δυνατότητα, είναι οι μετακινήσεις. Ως παιδί νομάδων μεγάλωσα με δεδομένη την μετακίνηση από τα πεδινά στα ορεινά και τούμπαλιν. Οι μετακινήσεις με ζόριζαν αλλά και με ενίσχυαν, δεδομένου πως αφενός μου δημιουργούσαν μια ασυνέχεια για κάθε τόπο που άφηνα πίσω για ένα διάστημα, αφετέρου μου διευρύναν το αντιληπτικό πλαίσιο αυτό-αναφοράς. Η δική μου ταυτότητα έχει στον πυρήνα της την ευελιξία που κουβαλούν οι μετακινήσεις. Εκείνες οι μετακινήσεις είχαν κάτι από τους τωρινούς μετασχηματισμούς, δηλαδή την ανάγκη και την επιθυμία για επιβίωση και προκοπή. Αν δεν μετακινείσαι, αν δεν μετασχηματίζεσαι, συρρικνώνεσαι, όπως κι αν δεν δεσμεύεσαι σε κάθε τόπο καθόσον μετακινείσαι και μετασχηματίζεσαι.

Άλλωστε ο νομαδικός χαρακτήρας των Βλάχων προέκυψε από τα Βυζαντινά ακόμη χρόνια όταν ένα σωρό παράγοντες, όπως οι κλιματικές αλλαγές, επιδημίες και γεωπολιτικές ανακατατάξεις το επέτρεψαν ή/και το επέβαλλαν. Αν δει κανείς στις ιστορικές του διαστάσεις ένα φαινόμενο (βλέπε, Γιαννούσης 2021 «τα αναθέματα των κρίσεων και η συγχρονικότητα της ιστορίας» σελ. 360, στο Βιωματικός οδηγός ψυχοθεραπείας,) αντιλαμβάνεται τόσο τις γενεαλογικές του συνιστώσες, όσο και τις διεργασίες που το ζυμώνουν εν τω γίγνεσθαι. Συνακόλουθα στο δικό μου παράδειγμα οι παράγοντες που ανέθρεψαν τον νομαδισμό στο Βυζάντιο επανέρχονται δριμύτερα στον σύγχρονο κόσμο μας, όπου η κλιματική αλλαγή μετασχηματίστηκε σε κρίση, η επιδημία του covid-19 επανάφερε δυναμικά τον κίνδυνο των ιώσεων και την ανθρώπινη ασημαντότητα και οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις βρίσκονται σε εξέλιξη. Οι κοινωνικοί μετασχηματισμοί και οι μεταμορφώσεις των ταυτοτήτων βρίσκονται σε μια δυναμική εξελικτική διαδικασία και επομένως οι συνθήκες μας καλούν για μετακινήσεις ή αν προτιμάτε για μετασχηματισμούς, ώστε να καταστούμε περισσότερο ευέλικτοι και ετοιμοπόλεμοι στις νέες συνθήκες. Χαίρομαι ιδιαιτέρως που εν τω σπέρματι κουβαλώ αυτή την δεξιότητα και είμαι ευγνώμων που την μετεξελίσσω δημιουργικά.

 

Πάντα λοιπόν υπάρχει ένα ή περισσότερα κεντρικά θέματα που μας βάζουν σε ένα εσωτερικό (μεταφορικό) πόλεμο η ύπαρξη των οποίων μπορεί να μας βοηθήσουν να ανιχνεύσουμε τα εσωτερικά μας νοήματα και να επανανοηματοδοτήσουμε την ύπαρξή μας.

Εσείς τα έχετε βρει;