Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

Δια(σ)τροφικές συνήθειες

Η κρίση της πανδημίας οδήγησε τους Έλληνες σε αύξηση της μαγειρικής δραστηριότητας και συνεπώς στην αύξηση της κατανάλωσης τροφής. Η κουζίνα έγινε μια από τις ζώνες ασφαλείας και εκτόνωσης της συναισθηματικής πίεσης που ένιωθαν οι άνθρωποι εγκλωβισμένοι μέσα στα σπίτια τους. Τα κοινωνικά μέσα δικτύωσης είχαν γεμίσει από αναρτήσεις με γεύματα, αλλά και αστείες αναφορές για τον κίνδυνο να βάλουμε τα κιλά της καραντίνας. 

Σε πολλές περιπτώσεις η καραντίνα λειτούργησε ευεργετικά στη σωστή διατροφή, ίσως επειδή μείωσε την κατανάλωση έτοιμου φαγητού και υποχρέωσε τους ανθρώπους να μαγειρεύουν μόνοι τους. Σε άλλες όμως αύξησε την κατανάλωση χαμηλής διατροφικής αξίας προϊόντων. Η διατροφή έπαιξε λοιπόν το δικό της ρόλο στην αποφόρτιση της συναισθηματικής πίεσης με πρωταγωνιστές, ότι ενοχοποιείται για τη λήψη βάρους, δηλαδή τα τρόφιμα που έχουν αντιστρεσογόνο δράση, όπως είναι τα γλυκά, αλλά και τροφές που ρυθμίζουν τη ψυχική διάθεση, όπως οι υδατάνθρακες και το λίπος. 

Σε πολλές περιπτώσεις στην ψυχοθεραπευτική εργασία έχω συναντήσει ανθρώπους που το φαγητό λειτουργεί καταλυτικά (ευεργετικά ή καταστροφικά) στην συναισθηματική ισορροπία του ψυχισμού τους, γεγονός που αποδεικνύει τη στενή σχέση της διατροφής με την ψυχική υγεία των ανθρώπων. 

Η τροφή αποτελεί ένα συμβολικό πεδίο στο οποίο συμπυκνώνονται στοιχεία της κουλτούρας ενός λαού, αλλά και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε ξεχωριστής κοινότητας, ομάδας, οικογένειας, προσωπικότητας. Σε ότι αφορά τη συλλογική μας διατροφική κουλτούρα η σύγχρονη ιστορία των Ελλήνων διατρέχεται από τρία διαδοχικά διατροφικά σύνδρομα, αλλά και τη σχετική βεβαιότητα πως ο τόπος μας παράγει πολλά και ποιοτικά αγροτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα. Η φτώχεια της μεταπολεμικής γενιάς γέννησε το κατοχικό σύνδρομο το οποίο συμπυκνώνεται στη φράση «φάε όλο το φαΐ σου», ή «δεν πετάμε το φαγητό, είναι αμαρτία», ή το «όταν τρώμε δεν μιλάμε» που έδειχνε τη σοβαρότητα με την οποία έπρεπε να αντιμετωπίζουμε τη λήψη της τροφής. Η διατροφική στέρηση οδήγησε τη μεταπολεμική γενιά να γαλουχήσει στην υπερβολική κατανάλωση τροφής τις επόμενες γενιές, οι οποίες μεγάλωσαν με το σύνδρομο του καταναλωτή. Όσο περισσότερο τόσο καλύτερα ήταν το σύνθημα της περιόδου της ευημερίας. Είναι η περίοδος που αυξάνεται δραματικά το ποσοστό των παχύσαρκων και υπέρβαρων ατόμων στην Ελλάδα και ως πληθυσμός απομακρυνόμαστε από την περιβόητη μεσογειακή διατροφή. Παράλληλα αυξάνεται όλο και περισσότερο η ποσότητα της τροφής που περισσεύει και πετιέται στα σκουπίδια. 

Σε περιόδους κρίσεων, είτε προσωπικών είτε συλλογικών, το καταναλωτικό σύνδρομο, γεννά σε πολλές περιπτώσεις το σύνδρομο της διαφυγής. Κάποιος δηλαδή τρώει για να ξεχάσει, για να προσφέρει λιγάκι ευχαρίστηση στον εαυτό του και να απαλλαγεί από το στρες της καθημερινότητας. Το φαγητό μας συνδέει ασυνείδητα με την αρχέγονη ανάγκη για επιβίωση και παράλληλα με την ασφάλεια της μητρικής φροντίδας. Όταν όμως κάποιος τρώει για να καλύψει τα συναισθήματα του μπαίνει σε ένα φαύλο κύκλο εξάρτησης από το φαγητό σαν κι αυτόν που δημιουργούν όλες οι εξαρτήσεις. Χρειάζεται δηλαδή όλο και περισσότερο την τροφή για να νιώσει καλά, ωστόσο η υπερκατανάλωση οδηγεί σε προβλήματα που δημιουργούν δυσάρεστα συναισθήματα, τα οποία προσπαθεί να καλύψει τρώγοντας περισσότερο. Το άγχος τον κάνει να τρώει περισσότερο, αλλά η ενοχή ότι τρώει πολύ του δημιουργεί περισσότερο άγχος, που το ξανακαλύπτει με το φαγητό, κ.ο.κ.

Πολλοί άνθρωποι βασανίζονται μέσα σε αυτό το φαύλο κύκλο, είτε καταπραΰνοντας την οδύνη των συναισθημάτων τους με την ηδονή της κατανάλωσης φαγητού, είτε αντιστρόφως στερώντας τον εαυτό τους από την τροφή, με εξαντλητικές δίαιτες. Η διατροφή μετατρέπεται σε δια(σ)τροφή, εκτός δηλαδή από την βιολογική ανάγκη της επιβίωσης καλύπτει και την ψυχοκοινωνική του επιβίωση με λανθάνοντες τρόπους. Η χαμηλή αυτοεκτίμηση, οι ενοχές και τα μπερδεμένα συναισθήματα εναλλάσσονται όπως και το μενού της εβδομάδας το οποίο είναι, επίσης, χαμηλό σε διατροφική αξία και μπερδεμένο. 

Στην μετα-πανδημική εποχή των συνεχιζόμενων κρίσεων η τροφή εξακολουθεί να συνδυάζεται άμεσα με την ξεκούραση και την ευχαρίστηση κατά μια έννοια επομένως με την ψυχοκοινωνική ευεξία των ανθρώπων. Το φαγητό προσπαθεί να γεμίσει το άγχος και την αγωνία μιας αγχωτικής καθημερινότητας κι ενός αβέβαιου μέλλοντος και όσο στρεσάρονται τόσο περισσότερο τρώνε. Αποκτούν έτσι μια εξαρτητική σχέση με το φαγητό σε αναπαραγωγή ενδεχομένως προγενέστερων εξαρτητικών σχέσεων με σημαντικούς ανθρώπους. Η προβληματική διατροφή ως η κορωνίδα των εξαρτήσεων παραμορφώνει τα σώματα των ανθρώπων τα οποία παίρνουν τη μορφή των σχέσεων τους. Τρώνε με άλλα λόγια με την ίδια ποιότητα που σχετίζονται με τους οικείους τους και εντάσσονται στο κοινωνικό τους περιβάλλον. 

Στην ιδανική περίπτωση, από την άλλη, η σωστή διατροφή δημιουργεί ένα υγιές σώμα και βοηθά στη συναισθηματική ισορροπία. Η ουσία της διατροφής συμπλέει με την ουσία της ζωής, πρέπει να είναι απολαυστική, να μην λειτουργεί ως υποκατάστατο, να την τρώμε να μη μας τρώει, να λειτουργεί ως σύμβολο υγείας κι όχι καταπίεσης, να μας εντάσσει κι όχι να μας χωρίζει. 

...Γράφω κάτω από μια μουριά στην αυλή, σε συνθήκες δροσιάς και σιγά σιγά συμμαζεύομαι μέσα να φτιάξουμε το μεσημεριανό μας φαγάκι, αφού γύρω στις 12:00 πιούμε κι ένα τσιπουράκι πάλι εδώ στην μουριά. Το φαγητό γύρω από ένα τραπέζι με αγαπημένους ανθρώπους θρέφει και το σώμα και την ψυχή

Καλή σας όρεξη (για φαγητό και για ζωή)



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου