Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2025

Ο εθισμός του διαδικτύου

 

«Θα δίναμε μαχαίρι σ ένα βρέφος;»

*«Έτσι δε δίνουμε μια συσκευή διαδικτυακής δικτύωσης σε ένα παιδί, λέει στην «Ε» ο κ. Γιώργος Γιαννούσης ψυχοθεραπευτής, συγγραφέας μιλώντας για το θέμα του εθισμού στο διαδίκτυο

*Κάνει λόγο για συμπαγή και κάθετα όρια στην τρυφερή  ηλικία των παιδιών, τουλάχιστον έως τα έντεκα τους χρόνια.

 

Πεζοί διασχίζουν το δρόμο κοιτώντας το τηλέφωνο. Οδηγοί στα φανάρια ρίχνουν κλεφτές ματιές στο Facebook. Παιδιά γυρίζουν από το σχολείο και πιάνουν τη συσκευή τους και «χάνονται». Γονείς κάθονται στον καναπέ του σπιτιού τους με ανοιχτή την τηλεόραση και κρατούν τα τηλέφωνα χαζεύοντας κάτι άλλο.

Στα τραπέζια της ταβέρνας η συζήτηση γίνεται με διακοπές. Στα καφέ ο ένας μιλάει και οι άλλοι κουνάν τα κεφάλια τους. Κοιτώντας φυσικά τα τηλέφωνά τους.

Οι άνθρωποι πλέον λειτουργούν με ένα χέρι. Γιατί το άλλο κρατάει πάντα ένα τηλέφωνο…

Πριν λίγες ημέρες παρουσιάστηκε η εθνική στρατηγική προστασίας των ανηλίκων από τον εθισμό στο Διαδίκτυο. Αναφέρθηκαν λύσεις όπως είναι το parco.gov.gr που περιλαμβάνει βασικές οδηγίες για τη ρύθμιση του γονικού ελέγχου στις κινητές συσκευές των παιδιών και το Kids Wallet, την εφαρμογή που θα τεθεί σε λειτουργία την ερχόμενη άνοιξη, μέσω της οποίας θα δίνεται η δυνατότητα επιβεβαίωσης της ηλικίας του χρήστη.

Είναι όμως αυτά αρκετά;

«Τα επιμέρους μέτρα προστασίας ή ευαισθητοποίησης των πολιτών είναι στη σωστή κατεύθυνση. Ωστόσο ποτέ δεν είναι αρκετά, καθώς δεν απαντούν στις βαθύτερες αιτίες του προβλήματος» λέει στην «Ε» ο κ. Γιώργος Γιαννούσης που είναι ψυχοθεραπευτής και συγγραφέας.

Για τις αιτίες μάλιστα τονίζει «χρειάζεται να αναζητηθούν και να θεραπευτούν εκεί που πηγάζουν, δηλαδή στη λειτουργία των θεσμών της κοινωνίας και της πολιτείας. Όσο περισσότερο θωρακισμένο είναι το θεσμικό, κοινωνικό και πολιτειακό σύστημα, τόσο περισσότερο μπορεί να νιώθουν ασφαλείς οι οικογένειες και τα άτομα. Σε κάθε άλλη περίπτωση η διασπορά της ευθύνης στην ατομική της διάσταση καθιστά ανυπεράσπιστους τους πολίτες, τους γονείς, τα παιδιά, τους δασκάλους».

Η «Ε» κάνει μια ουσιαστική συζήτηση μαζί του για το θέμα του εθισμού στο διαδίκτυο έχοντας στο επίκεντρο, τους νέους:

*Πόσο ανησυχητικό είναι το γεγονός πως τα κινητά πλέον είναι μια προέκταση των χεριών. Όχι μόνο των ενηλίκων αλλά και των μικρών παιδιών;

-Φανταστείτε όταν εφευρέθηκε ο τροχός πώς θα μας φαινόταν όλοι εκείνοι που φοβόντουσαν, αντιδρούσαν και επιμένανε να σέρνουν διαφορετικά το «όχημα» τους.  Κάπως έτσι φαντάζει σήμερα κάθε άνθρωπος που δεν είναι κάτοχος μιας κινητής συσκευής τηλεφώνου. Προφανώς μπορούμε να ζήσουμε χωρίς κινητά τηλέφωνα. Δεν ικανοποιούν ζωτικές ανάγκες επιβίωσης. Είναι όμως η νέα πραγματικότητα, τα νέα εργαλεία επικοινωνίας και ανάπτυξης του ανθρώπου. Η δαιμονοποίηση της τεχνολογίας και η φοβική ή ενοχική ματιά απέναντί της μας κάνει περισσότερο ευάλωτους στους κινδύνους της. Όπως και η «αγιοποίησή» της.

Υπάρχει βεβαίως σε κάθε περίπτωση ένα όριο που χρειάζεται να μπαίνει για να προστατεύει τους ανθρώπους από την υπερβολική και παράλογη χρήση της τεχνολογίας. Όπως δε δίνουμε ένα μαχαίρι σε ένα βρέφος, έτσι δε δίνουμε μια συσκευή διαδικτυακής δικτύωσης σε ένα παιδί. Κάθε ηλικία χρειάζεται τους περιορισμούς και τις απαγορεύσεις της. Το δύσκολο πάντα είναι το πώς θα τα καταφέρουν οι γονείς να βάζουν αυτά τα όρια, δεδομένου πως αρκετές φορές αισθάνονται το ίδιο απροστάτευτοι, ανεπαρκείς, αδύναμοι και ανασφαλείς. Το μόνο σίγουρο είναι πως όταν δεν τα καταφέρνουν καλό είναι να ζητούν βοήθεια από κάποιον ειδικό. Όσο νωρίτερα το κάνουν τόσο περισσότερο προληπτικά μπορούν να δράσουν στο ενδεχόμενο ενός εθισμού του παιδιού τους από το διαδίκτυο και τις οθόνες.     

*Πως μπορεί κάποιος γονέας να περιορίσει τη χρήση των κινητών τηλεφώνων από το παιδί του όταν όλος ο κόσμος είναι στο διαδίκτυο;

-Ο μόνος τρόπος είναι να αποτελέσει εκείνος ένα διαφορετικό παράδειγμα. Παράλληλα με το δικό του παράδειγμα είναι σημαντικό ο γονιός να αναπτύξει ένα κανάλι επικοινωνίας με τα παιδιά του. Ο κόσμος του διαδικτύου μοιάζει λιγότερο επικίνδυνος όσο ένα παιδί νιώθει ασφαλή μέσα στο σπίτι του. Για όλους φυσικά εγκυμονούν οι κίνδυνοι, ωστόσο όσο περισσότερο συναισθηματικά θωρακισμένο είναι ένα παιδί τόσο λιγότερο κινδυνεύει. Καθώς έχει χτίσει τις άμυνες εκείνες που θα του επιτρέψουν να προστατέψει τον εαυτό του. Και να ζητήσει άμεσα βοήθεια από τους γονείς του όταν νιώσει κίνδυνο.

Σε περίπτωση που ανιχνεύσουν σημάδια εθισμού χρειάζεται άμεσα να κινητοποιηθούν. Να ζητήσουν ειδική βοήθεια. Να αναζητήσουν διαφορετικούς και πιο αποτελεσματικούς τρόπους αντιμετώπισης.

*Πως να αντιδρούν οι γονείς όταν τα παιδιά ζητούν να μπαίνουν σε πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης και μάλιστα από πολύ μικρές ηλικίες;

-Εννοείται πως δεν επιτρέπουμε την ανεξέλεγκτη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στα μικρά  παιδιά. Τα όρια χρειάζεται να είναι περισσότερο συμπαγή και κάθετα στην τρυφερή ηλικία των παιδιών, τουλάχιστον έως τα έντεκα τους χρόνια. Δεν θα τα αποκλείσουμε από τη χρήση των μέσων, θα τους μάθουμε όμως και θα ελέγχουμε τον τρόπο και τον χρόνο της χρήσης. Είναι πιο αποτελεσματικό να τους διδάξουμε παρά να τους απαγορεύσουμε. Είναι πιο χρήσιμο να αναγνωρίζουν τα όρια και τη σκοπιμότητά τους. Να αναπτύσσουν σταδιακά τις εσωτερικές άμυνες και να χρησιμοποιούν την τεχνολογία για δημιουργικούς σκοπούς.

Κατανοώ, βέβαια, πως είναι περισσότερο δύσκολο οι σημερινοί γονείς να εκπαιδεύουν τα παιδιά τους σε εργαλεία που ήδη εκείνα χειρίζονται, σταδιακά, καλύτερα από τους ίδιους. Είναι ψηφιακοί μετανάστες και τα παιδιά τους ψηφιακοί ιθαγενείς. Η συνθήκη αυτή τους «υποχρεώνει» να μάθουν τη νέα γλώσσα και να εξοικειωθούν με την κουλτούρα του νέου «τόπου», του νέου δηλαδή ψηφιακού κόσμου.  

*Είναι το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης η εξάρτηση της εποχής;

-Επισήμως, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, ο εθισμός από το διαδίκτυο είναι η νεότερη μορφή εξάρτησης. Ανήκει στις συμπεριφορικές εξαρτήσεις και προκαλεί τις ίδιες εγκεφαλικές διεργασίες που προκαλούν όλες οι μορφές εξάρτησης.  Ο διαδικτυακός εθισμός αυξάνει τα επίπεδα ντοπαμίνης στον εγκέφαλο και βάζει τον «χρήστη» στο φαύλο κύκλο της εξάρτησης. Η χρήση της τεχνολογίας γίνεται ζωτική ανάγκη και παραμερίζει όλες τις υπόλοιπες λειτουργίες του ανθρώπου. Ένα παιδί, ένας έφηβος ή ένας ενήλικας που βρίσκεται μπλεγμένος στα πλοκάμια της εξάρτησης από κάθε είδους οθόνες, δεν συμμετέχει σχεδόν σε καμία άλλη δραστηριότητα. Η προσωπική και κοινωνική του ζωή περιστρέφεται γύρω και μέσα στο διαδικτυακό και ψηφιακό κόσμο. Τα πλοκάμια δε αυτού του εθισμού είναι πολλά, από τα video games έως τα social media.

*Η πανδημία το προηγούμενο διάστημα έπαιξε ρόλο σε όλο αυτό που ζούμε ή απλά επιτάχυνε τις εξελίξεις;

-Η περίοδος της πανδημίας του covid-19 «νομιμοποίησε» στις συνειδήσεις των πολιτών και κατοχύρωσε θεσμικά τη χρήση του διαδικτύου, τις διάφορες «πλατφόρμες», την τηλεργασία, κ.α. Μας έφερε πιο κοντά στην αναγκαιότητα της ψηφιοποιημένης επικοινωνίας. Παράλληλα ενέτεινε το μύθο αυτής της αναγκαιότητας. Το σκηνικό της πανδημίας αποτέλεσε ένα καλό υπόστρωμα για να διεισδύει και να ευδοκιμήσει ο κόσμος της οθόνης και του διαδικτύου.

*Πόσο επιβαρυντικό είναι για μια οικογένεια το γεγονός πως ακόμα και πάνω στο οικογενειακό τραπέζι υπάρχουν 4-5 κινητά τηλέφωνα με αποτέλεσμα να χαθεί η ουσιαστική επικοινωνία;

-Το σύγχρονο υπαρξιακό ζητούμενο είναι η υπεράσπιση της ανθρωπινότητας του ανθρώπου. Η απώλεια της σωματικής διάστασης στην επικοινωνία. Ο ακρωτηριασμός δύο βασικών αισθήσεων, της όσφρησης και της αφής. Δύο «μητρικών» αισθήσεων που αντανακλούν σε βασικές λειτουργίες της ανθρώπινης ύπαρξης. Όσο κι αν αναπτύσσεται ο τεχνολογικός μας πολιτισμός χρειάζεται να αγρυπνούμε και να διαφυλάσσουμε την ανθρώπινή μας υπόσταση. Ο άνθρωπος δεν είναι μηχανή, είναι ένα βιολογικό ον με κοινωνικές και ψυχολογικές διαστάσεις. Σκέφτεται, νιώθει, διαισθάνεται, πιστεύει, αναζητά, ενεργεί. Δεν μπορεί το δημιούργημα του ανθρώπου,  ο τεχνολογικός πολιτισμός, να μπει πάνω από τον δημιουργό του.

Η ουσιαστική επικοινωνία αναπτύσσεται ενσώματα, διαισθητικά, αισθαντικά, λεκτικά, πάνω στις ράγες της ψυχοσωματικής μας υπόστασης. Η τεχνολογία είναι απλά ένα μέσο, ένα εργαλείο, που μπορεί να μας βοηθήσει προς αυτή την κατεύθυνση. Ας μην της δίνουμε άλλη υπόσταση και μεγαλύτερη ισχύ. 

Συνέντευξη στον Κώστα Γκιάστα, για λογαριασμό της κυριακάτικης "Ελευθερίας" 

 

 

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2025

Ο «μύθος» της εξάρτησης από το διαδίκτυο

Το διαδίκτυο και η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι εξάρτηση, όπως δεν είναι σύνδρομο ο Οιδίποδας. Στοιχειοθετούν, ως σημεία της πολιτισμικής μας εξέλιξης, ένα πέρασμα, μια νέα πολιτισμική μετάβαση.

Η τεχνητή νοημοσύνη (AI) και το διαδίκτυο συνιστούν αναμφίβολα ένα νέο πολιτισμικό παράδειγμα που έχει τη δυναμική να συγκριθεί με μεγάλες ιστορικές επαναστάσεις, όπως η Γεωργική και η Βιομηχανική επανάσταση. Και οι δύο αυτές επαναστάσεις άλλαξαν ριζικά τον τρόπο ζωής, τις κοινωνικές δομές και την οικονομία, δημιουργώντας θεμέλια για νέες φάσεις ανάπτυξης και εξέλιξης της ανθρωπότητας. Με παρόμοιο τρόπο, η τεχνητή νοημοσύνη και το διαδίκτυο προκαλούν τεράστιες αλλαγές στις σύγχρονες κοινωνίες. Αλλαγές που φέρνουν τεράστιες ανατροπές στο πεδίο της οικονομίας, της εργασίας και της παραγωγής, της επικοινωνίας και της συλλογικής έκφρασης, της καθημερινότητας των σχέσεων και της κουλτούρας. Αλλαγές που μεταβάλλουν τον υπαρξιακό προσανατολισμό του ανθρώπου και τον επηρεάζουν στην ολότητά του, ως βιο-κοινωνικό-ψυχικό ον.

Η τεχνητή νοημοσύνη εγείρει ζητήματα σχετικά με την ανθρώπινη ταυτότητα, την αυτονομία, τη δημοκρατία, τη συλλογική ευθύνη. Όπως συνέβη και στις προηγούμενες ιστορικές επαναστάσεις, που επίσης έθεσαν ερωτήματα για την κοινωνική οργάνωση και την ανθρώπινη πρόοδο. Η διαφορά με τις προηγούμενες επαναστάσεις είναι η ταχύτητα και η παγκόσμια διάδοση αυτών των τεχνολογιών. Οι αλλαγές που προκαλεί η τεχνητή νοημοσύνη και το διαδίκτυο πραγματοποιούνται μέσα σε λίγες δεκαετίες, με ταχύτατους ρυθμούς και επηρεάζουν άμεσα δισεκατομμύρια ανθρώπους. Ενώ η γεωργική και η βιομηχανική επανάσταση χρειάστηκαν περισσότερο χρόνο για να εδραιωθούν.

Η τεχνητή νοημοσύνη και το διαδίκτυο φέρνουν επομένως μια επανάσταση εφάμιλλη της Γεωργικής ή της Βιομηχανικής επανάστασης, καθώς προκαλούν συστημικές αλλαγές σε όλα τα επίπεδα της ανθρώπινης ζωής. Ωστόσο, η πρόκληση είναι αν θα καθοδηγηθούν αυτές οι αλλαγές με τρόπο που να εξυπηρετεί την ανθρωπότητα και να διασφαλίζει την ισότητα, την ηθική και τη βιωσιμότητα. Κάτι που ωστόσο δεν διαφαίνεται. Καθώς οι αντιφάσεις και οι ανισότητες του κόσμου βαθαίνουν, τουλάχιστον σε αυτή την ιστορική φάση. Καθώς οι εταιρείες που ελέγχουν την  «τεχνητή νοημοσύνη» τείνουν να ελέγχουν απόλυτα τους κρατικούς οργανισμούς (βλέπε Μασκ).

Στο νέο ψηφιακό περιβάλλον και τη νέα μορφή που παίρνει ο καπιταλισμός είναι παράδοξο να συζητάμε για το διαδίκτυο και την τεχνητή νοημοσύνη μόνο με όρους «επικινδυνότητας». Ειδικότερα όταν βάζουμε στην εξίσωση τα παιδιά. Τι θέλουμε; Να ζήσουν τα παιδιά μας έξω από τη νέα πραγματικότητα;

Ας μη δαιμονοποιούμε επομένως τη νέα τεχνολογία και τις αλλαγές που επιφέρει στις ζωές μας.

Ζούμε κυριολεκτικά σε μια ιστορικών διαστάσεων μετάβαση από το ένα πολιτισμικό υπόδειγμα σε ένα άλλο. Αυτό έχει τη μείζονα σημασία. Προς τι λοιπόν η δαιμονοποίηση;

Προφανώς η δαιμονοποίηση ενισχύει τη χειραγώγηση, καθώς εντείνει το φόβο. Κάθε εποχή είχε τους δικούς της τρόπους να δαιμονοποιεί το καινούργιο και να το μετατρέπει σε ένα πεδίο ελέγχου των συνειδήσεων. Έτσι, και σήμερα, επιχειρείται μια άνευ προηγουμένου προσπάθεια χειραγώγησης, με αιχμή του δόρατος την τεχνολογία. Όπως βεβαίως χρησιμοποιώντας και οποιαδήποτε άλλη μεταβολή συμβαίνει στον κόσμο μας. Όπως λόγου χάρη την κλιματική μετάβαση που είναι σε εξέλιξη. Αλλάζουν οι κλιματολογικές συνθήκες και μαζί τους θα συμπαρασύρουν ολόκληρο το πολιτισμικό μας οικοδόμημα. Η Γη έχει τους δικούς της ρυθμούς και το κλίμα εναλλάσσεται διαχρονικά, αλλάζοντας τη βιοποικιλότητα του πλανήτη και καταπίνοντας στο διάβα του ολόκληρους πολιτισμούς. Ενώ αλλάζει το κλίμα της Γης η προπαγάνδα πάει τη συζήτηση στην ενοχή, στην «ατομική» ευθύνη μας έναντι του κλίματος. Στο τέλος θα πιστέψουμε πως φταίμε και για την εξαφάνιση των δεινοσαύρων.

Τα παιδιά γεννιούνται σε αυτό το νέο πλαίσιο. Δεν μπορούν να είναι αποκομμένα από την τεχνολογία. Αυτή είναι παντού γύρω τους. Είναι παράδοξο επομένως να συζητάμε για εξάρτηση από το διαδίκτυο και να εντάσσουμε σε αυτή την παραδοξότητα το μεγαλύτερο μέρος του νεανικού πληθυσμού. Προφανώς η κατάχρηση και η εξάρτηση από τις οθόνες υφίσταται. Δεν αφορά όμως το σύνολο του πληθυσμού των παιδιών και των νέων. Όπως ούτε των ενηλίκων.

Αν δεν μας αρέσει ο πολιτισμός μας, ας τον αλλάξουμε. Ειδάλλως ας αποδεχθούμε πως ο κόσμος μας έχει παντού οθόνες.

Με  αυτή την παραδοχή θα μεγαλώσουμε και τα παιδιά μας. Η τεχνολογία δεν θα μας εμποδίσει, πιστέψτε με, από το να τα μεγαλώσουμε με τις αρχές και τις αξίες που εμείς θέλουμε και επιλέγουμε να έχουμε. Αν θέλουμε να μιλήσουμε για μεγάλωμα, τότε καλό είναι να επικεντρωνόμαστε στην ηθική και στις αξίες μας κι όχι στην επικινδυνότητα του διαδικτύου.

Αλλάζω σελίδα, ας το δούμε κι από την άλλη πλευρά. Εάν ο παγκόσμιος πληθυσμός εναγκαλιστεί με το δόγμα του σύγχρονου καπιταλισμού, τότε όντως η χρήση της νέας τεχνολογίας θα καταστήσει το μεγαλύτερο μέρος του «χρήστες». Χρήστες του διαδικτύου και της τεχνητής νοημοσύνης. Όσοι δεν χρησιμοποιούν το διαδίκτυο - προσεχώς την τεχνητή νοημοσύνη και πόσα άλλα που δεν τα βάζει ο νους μας- θα είναι εκτός «συστήματος». Εκτός ζωής ενδεχομένως, εφόσον όλες οι καθημερινές συναλλαγές τείνουν να γίνονται ψηφιακά.

Το ουσιώδες ερώτημα που τίθεται, επομένως, δεν είναι εάν κινδυνεύουν τα παιδιά και οι νέοι από το διαδίκτυο, αλλά εάν θα επιτρέψουμε η τεχνολογία να γίνει το βασικότερο όπλο χειραγώγησης και ελέγχου στα χέρια της ολιγαρχίας του πλούτου. Ή όχι!

Προφανώς εάν το δούμε από το φίλτρο της διακινδύνευσης και της δαιμονοποίησης έχουμε το μεγαλύτερο σε ποσοστό αριθμό εξάρτησης των ανθρώπων από ένα «αντικείμενο». Τους χρήστες του διαδικτύου. Σε αυτή την περίπτωση θα το παλεύουμε ατομικά κι ενοχικά. Δεν είναι όμως αυτή η πλευρά η σημαντικότερη. Το πρόβλημα δεν είναι σε όσους κάνουν κατάχρηση της τεχνολογίας, αλλά στη σκοπιμότητα και στα νοήματα που θα «επιλέξουμε» ως ανθρωπότητα να δώσουμε στην «τεχνολογία».

Όπως υποστηρίζει ο Θεοφάνης Τάσης η κακή χρήση της τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να μας στερήσει την αυτονομία και την ανθρωπινότητά μας. Να καταστήσει ακόμη πιο προβληματικές τις δημοκρατίες μας, καθώς θα δίνει όλο και περισσότερο τον έλεγχο στους λίγους. Και κυρίως επειδή εξαιτίας της ευκολίας που υπόσχεται θα μας αφαιρέσει τη δυνατότητα να είμαστε δημιουργικοί. Ο άνθρωπος κινδυνεύει στο νέο ψηφιακό περιβάλλον να αποσωματοποιηθεί και να χάσει τις βαθιά ανθρώπινες ιδιότητές του.

Οι τεχνολογικές εξελίξεις θα συμπαρασύρουν ευρύτερες αλλαγές σε όλα τα πεδία. Θα υπάρξουν γεωπολιτικές συνέπειες που θα συμπαρασύρουν την ανθρωπότητα σε νέους πολέμους (ενδεχομένως) για τον έλεγχο των πρώτων υλών (απαραίτητων για να λειτουργήσει η νέα τεχνολογία). Θα υπάρξουν εθνικές και κρατικές συνέπειες καθώς θα ενταθούν οι ανταγωνισμοί και οι συγκρούσεις μεταξύ διαφόρων κρατικών σχηματισμών. Και βεβαίως θα ενταθούν οι ανταγωνισμοί ως προς την αρτιότερη μορφή τεχνητής νοημοσύνης που θα έχει ο καθένας στα χέρια του. Και φυσικά το ποιος θα κατέχει τον έλεγχο και την εξουσία των εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης θα παίζει το σημαντικότερο ρόλο.

Αυτά κι άλλα πολλά ζητήματα θάβονται κάτω από τις ανούσιες εξαγγελίες της κυβέρνησης για γονικό έλεγχο.

Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2024

Υπάρχω (;)

 

Βλέποντας την ταινία συγκινήθηκα. Ένιωθα πως μιλά για τα συλλογικά μας ψυχικά τραύματα. Δεν αναφερόταν ευθέως σε αυτά. Απλά υπήρχαν στις δύσκολες συνθήκες, στα πληγωμένα συναισθήματα, στις δύσκολες σχέσεις, στους στίχους και στη μουσική των τραγουδιών.

Στην ψυχοθεραπεία πολλές φορές δουλεύουμε με τα ανεπεξέργαστα τραύματα των ανθρώπων. Τραύματα που έχουν βαθιές ιστορικές ρίζες και διαχέονται στο πολιτισμικό μας DNA. Τραύματα που παραμένουν ενεργά κι απωθημένα. Τραύματα που έχουν εκπαιδεύσει τους ανθρώπους στον πόνο και στην ελπίδα.

Πρώτο συλλογικό ψυχικό τραύμα, η γενοκτονία των Ποντίων. Αναρωτιέμαι πολλές φορές, και στο πλαίσιο της ψυχοθεραπευτικής μου εργασίας, πώς βίωσε τον ξεριζωμό εκείνη η γενιά των Ποντίων και πως μεταφέρεται το τραύμα της γενοκτονίας στις επόμενες γενιές.

Πως είναι να χάνεις την πατρίδα σου και να γίνεσαι πρόσφυγας; Πως είναι να ανήκεις σε μια κατηγορία προσφύγων που όχι μόνο ξεριζώθηκε, αλλά είδε την πατρίδα του να χάνεται.

Ο Πόντος υπάρχει στις μνήμες και στην καρδιά των απανταχού Ποντίων ωστόσο η έννοια της πατρίδας αποκτά πλέον ένα φαντασιακό υπόστρωμα. Υπάρχουν πρόσφυγες που αναγκάστηκαν να φύγουν από την πατρίδα τους, όπως οι ηττημένοι του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, αλλά η πατρίδα που άφησαν πίσω παρέμεινε ζωντανή. Κι αυτό αποτελούσε πάντα ένα εσωτερικό κίνητρο απαντοχής. Κι έφτιαχνε ένα σκοπό, την επιστροφή στην πατρίδα. Ο θάνατος όμως της πατρίδας αποστερεί από τους ανθρώπους την ελπίδα της επιστροφής. Γι’ αυτό οι Πόντιοι έφτιαξαν γερά μέσα τους ένα συμβολικό χώρο. Εκεί εσώκλεισαν σα φυλακτό την έννοια της πατρίδας και έχτισαν γύρω από αυτή την προσωπική και συλλογική τους ταυτότητα.

Αυτές οι παλιές ιστορίες εξακολουθούν να ζουν μέσα από τον ψυχικό τραυματισμό και να φορτίζουν συναισθηματικά τους ανθρώπους πολλές γενιές μετέπειτα. Και αυτό συμβαίνει, κυρίως, επειδή η αναβίωση του τραύματος προσδοκά την αποκατάστασή του, τη δικαίωση του (την ιστορική, την πολιτισμική, την κοινωνική και την συναισθηματική δικαίωση).

Το τραύμα γίνεται ο συνεκτικός ιστός μιας ταυτότητας που συνέχει το παρελθόν με το  παρόν και το μέλλον. Ενισχύει την ταυτότητα και της δίνει ένα νοηματικό περίγραμμα. Η λέξη «Πόντιος» αποκτά μια υπερβατική υπόσταση που ορίζει ένα νέο πλαίσιο νοηματοδότησης της ύπαρξης.

Ο νόστος του Πόντου αναβλύζει μυρουδιές, εικόνες, μουσικές, μνήμες. Δημιουργείτε ένα πριν κι ένα μετά από τον χρονικό ορίζοντα της γενοκτονίας. Το «πριν» αποκτά ένα νοσταλγικό χαρακτήρα και το «μετά» ένα τραυματικό, μια μη επιτελεσθείσα μετάβαση κι ένα ανολοκλήρωτο πένθος.

Κι όσο κι αν ξεθωριάζουν οι μνήμες ο πόνος παραμένει εκεί αναλλοίωτος, βουβός, μεταμφιεσμένος. Σαν ο πόνος να δίνει νόημα στο ανήκειν. «Είμαστε οι απόγονοι όσων δε σφαγιάστηκαν, είμαστε οι απόγονοι μιας ένδοξης φυλής που ζούσε αρμονικά» είναι τα στοιχεία που συνθέτουν τη νέα ταυτότητα. Και το φαινόμενο αυτό θα ταλαντεύεται άλλοτε φθείροντας κι άλλοτε ανθίζοντας τις ψυχές των ανθρώπων.

Πέρα όμως από τη γενοκτονία ως ιστορικό γεγονός, οι Έλληνες του Πόντου υπέστησαν ένα νέο συλλογικό ψυχικό τραυματισμό που έχει να κάνει με τη δύσκολη εγκατάστασή τους στη μητέρα πατρίδα. Σε αυτό τον άξενο τόπο, όπως υπήρξε η Ελλάδα του Μεσοπολέμου για τους πρόσφυγες Πόντιους, η Μνήμη της χαμένης πατρίδας διατηρήθηκε αναλλοίωτη και μεταφέρθηκε από γενιά σε γενιά ως κειμήλιο. Η μνήμη αποτέλεσε το βασικό εργαλείο να αντέξουν οι πρόσφυγες τη μοίρα του ξεριζωμού και την αφιλόξενη υποδοχή. Παράλληλα ήταν το εργαλείο για να προκόψουν και να αναπτυχθούν.

Οι Πόντιοι για να τα καταφέρουν συσπειρώθηκαν γύρω από τη ράτσα τους. Παράλληλα δημιουργήσανε συμβολικές μήτρες, όπως τους απανταχού συλλόγους Ποντίων, για να αναγεννάτε εκεί η χαμένη πατρίδα και να κρατούν ζωντανό το αίτημα αποκατάστασης της μνήμης. Ασυνείδητα η αποκατάσταση γίνεται το βασικότερο συστατικό στοιχείο της νέας ταυτότητας. Οι Πόντιοι αισθάνονται πως δεν θα ολοκληρωθεί η ταυτότητα τους εάν δεν αποκατασταθεί το πρωταρχικό τραύμα. Ένα  αίτημα που συνεχίζει να υπάρχει αναλλοίωτο, ως προσδοκία, ως επιθυμία κι ως ουτοπία.

Αυτή την αποκατάσταση τι βλέπουμε ως τραύμα κι ως σκοπό και στη ζωή του Καζαντζίδη. Επιθυμεί μια γενικότερη αποκατάσταση των αδικιών, όπως κι ο πατέρας του. Δίχως την αποκατάσταση η ζωή δεν έχει νόημα.

Είσαι Πόντιος και Καζαντζίδης, λέει η μάνα στο μικρό Στέλιο. Κάνω μια πυρρίχια σκέψη γύρω από αυτή την υπερήφανη φράση.  

Γνωρίζοντας από κοντά κάποιους άντρες Πόντιους κατάλαβα δύο βασικά τους χαρακτηριστικά, την αντρειοσύνη τους, το σθένος τους και την αγάπη για τη μάνα και την πατρίδα. Τα ίδια στοιχεία που συνθέτουν την προσωπικότητα ενός πολεμιστή. Ανατρέχω στο δράμα εκείνων των πρώτων αντρών που ένιωσαν αδύναμοι να υπερασπιστούν τη μάνα, τη γυναίκα, το παιδί τους, την πατρίδα τους και υπέστησαν όλα εκείνα τα ανομολόγητα εγκλήματα που συνέβησαν στην περίοδο της γενοκτονίας. Πόσο φρικτό είναι να χάνεις τα πάντα. Μαζί και την αίσθηση πως δεν μπορείς να προστατέψεις ό,τι πολυτιμότερο έχεις, ότι τα γεγονότα υπερβαίνουν τις δυνάμεις σου και γίνεσαι έρμαιο τους.

Η επίδραση αυτού του συλλογικού τραύματος στον πληθυσμό που θυματοποιήθηκε και στους απογόνους του μπορεί να συνεχιστεί για δεκαετίες ολόκληρες, «μολύνοντας»  τους απογόνους με την εμπειρία της ντροπής, της ταπείνωσης και της ανημπόριας που βίωσαν οι πρόγονοί τους.

Στέλιο τη μάνα σου, λέει ο πατέρας του λίγο πριν ξεψυχήσει από τα βάναυσα χτυπήματα των Χιτών, μια φιλοβασιλική και αντικομμουνιστική οργάνωση που έδρασε στη δεκαετία του 1940.

Στην ταινία, δίχως πολλές αναφορές, ξεδιπλώνεται επιπλέον το τραύμα του εμφυλίου και της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Το ψυχικό τραύμα ενός νέου αγοριού που γίνεται μάρτυρας της βίαιης δολοφονίας του πατέρα του. Το ψυχικό βάρος να γίνει ο άντρας της οικογένειας.

Ο Στέλιος έπρεπε να δουλέψει από πολύ μικρός. Εργάστηκε σκληρά όπως όλοι οι εργάτες που έβρισκαν εργασία στο τόπο μας και δεν αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν.

Για τον Καζαντζίδη το διαβατήριο για μια καλύτερη ζωή ήταν η φωνή του. Ο Χατζηδάκης είπε πως φωνές σαν του Καζαντζίδη βγαίνουν μία κάθε εκατό χρόνια. Σπουδαία φωνή και πληγωμένος χαρακτήρας. Ίσως γ’ αυτό αγαπούσε τις ήρεμες θάλασσες. Του ησυχάζανε το μέσα του.

Τα κατάφερε. Έγινε από Στέλιος ο Καζαντζίδης της Ελλάδας και όλων των Ελλήνων απανταχού στον κόσμο. Έγινε ο άνθρωπος που τραγούδησε τους εθνικούς μας καημούς. Τι ειρωνεία, τα ψυχικά τραύματα που βίωσε στο πετσί του τα έβαλε στα τραγούδια του, αλλά ο ίδιος δεν τα έλυσε. Η φωνή του εκτός του μεγαλείου της έβγαζε πόνο και λυγμό, το δικό του και τους δικούς μας.

Τα κατάφερε ο Καζαντζίδης, μα έχασε το Στέλιο. Αν τον είχε βρει ποτέ.

Δύσκολες και οι σχέσεις του και με τις γυναίκες. Πως να μην είναι! Η δέσμευση στη σχέση ενείχε πάντοτε τον κίνδυνο να αναπαράγει το δεσμό με τη μητέρα του. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα.

Δύσκολες και οι συνεργασίες του. Δεν άντεχε το άδικο, ούτε μπορούσε να το διαχειριστεί. Ντόμπρος κι αλύγιστος προτιμούσε την ερημιά της θάλασσας.

Η Καίτη Γκρέη στην ταινία τον αποκαλεί «Πόντιο μαμάκια» και συμπυκνώνει σε αυτές τις δύο λέξεις όλο το εύρος των ψυχικών του τραυμάτων. Αλλά και των δυνατοτήτων του. Ευχή και κατάρα η γενεαλογία. Σου δίνει πολλά. Ζητάει πολλά.  

Αναρωτιόμουν εάν είχα τον Καζαντζίδη στη θεραπεία πως θα ήταν; Σίγουρα πάντως  θα έλεγα με σιγουριά πως θα του έκανε καλό. Τουλάχιστον όσο και η θάλασσα. Λιγάκι πιο συνειδητοποιημένα.

 

Αξίζει τέλος να κάνω μια ιδιαίτερη αναφορά στο Χρήστο Μάστορα. Πήρε όλη την ταινία πάνω του. Το ύφος και η δεξιοτεχνία που αναπαριστούσε τον τραγουδιστή Καζαντζίδη ήταν συγκλονιστική. Ίσως πέρα από τη σπουδαία φωνή και τον ταπεινό του χαρακτήρα έβγαλε και τον καημό της δικής του ιστορίας. Η οικογένειά του κατάγεται από το Βοδίνο της Δερόπολης Αλβανίας. Ένα χωριό Ελλήνων με βαθιά και πλούσια ιστορία. Κατάγεται από ένα μέρος που κουβαλά ένα άλλο συλλογικό ψυχικό τραύμα, για το οποίο τόσο η ιστορία όσο και η κοινωνία σπάνια αναφέρεται. Την αλλαγή των συνόρων κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων, όταν με τη συνθήκη του Λονδίνου και του Βουκουρεστίου η Ελλάδα υποχρεώθηκε το 1914 να αποχωρήσει από τη Βόρεια Ήπειρο με αντάλλαγμα τα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου. Αλλά γι’ αυτό θα γράψω κάποια άλλη στιγμή.

Τετάρτη 25 Δεκεμβρίου 2024

Η δική μου μεταπολίτευση

Η σειρά ντοκιμαντέρ «Η δική μας μεταπολίτευση» αποτελεί μια σημαντική προσθήκη στο πρόγραμμα του ERTFLIX. Η εκπομπή προσφέρει μια βαθιά και αναλυτική ματιά στα γεγονότα που διαμόρφωσαν την Ελλάδα από το 1974 έως σήμερα. Με τη χρήση πλούσιου οπτικοακουστικού υλικού από τα αρχεία της ΕΡΤ, τους διαλόγους των δύο δημιουργών και τη γενικότερη δομή του αποτυπώνει με πρωτότυπο τρόπο τα καθοριστικά γεγονότα μιας ολόκληρης εποχής.

Η συνεργασία του πολιτικού επιστήμονα Στάθη Καλύβα και του κοινωνιολόγου Παναγή Παναγιωτόπουλου προσδίδει στη σειρά μια ιδιαίτερη προσέγγιση, η οποία συνδυάζει την ιστορική αφήγηση με τις κοινωνιολογικές της ερμηνείες. Η σειρά δεν επιδιώκει μια πλήρη, λεπτομερειακή και εγκυκλοπαιδική καταγραφή, αλλά εστιάζει στην ανάδειξη και τον σχολιασμό του στίγματος και της αίσθησης που δημιούργησαν οι πέντε αυτές δεκαετίες, έτσι όπως αποτυπώθηκαν στο αρχειακό υλικό και ερμηνεύονται σήμερα.

Το πρώτο επεισόδιο, με τίτλο «Τα χρόνια της αθωότητας (1974-1976)», επικεντρώνεται στη μετάβαση από τη δικτατορία στη δημοκρατία, αναλύοντας τα γεγονότα της περιόδου και τις κοινωνικές μεταβολές που ακολούθησαν. Ακολουθεί ένα ακόμη επεισόδιο για τη δεκαετία του 1970 με τίτλο «Τα χρόνια της αναμονής». Και εν συνεχεία τα επεισόδια με τίτλο «Τα χρόνια του σοσιαλισμού» για τη δεκαετία του 1980, «Τα χρόνια της χλιδής», για την περίοδο 1990 έως 2008. Και ένα τελευταίο επεισόδιο που περιλαμβάνει την διευρυμένη αλλά ταραχώδη περίοδο από το τέλος της δεκαετίας του 2000 έως σήμερα, με τίτλο «Τα χρόνια της κρίσης». Η σειρά καταφέρνει να προκαλέσει συναισθήματα και σκέψεις, πυροδοτώντας τις αναμνήσεις των παλαιότερων και τη φαντασία των νεότερων. Και να προκαλέσει ένα διαγενεακό διάλογο για το περιεχόμενο και τη σημασία των τελευταίων 50 ετών.

«Η δική μας μεταπολίτευση» είναι μια αξιόλογη παραγωγή, ένα έναυσμα για να ανοίξει ένας διάλογος για τη βαθύτερη γνώση και ερμηνεία της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Αν θέλουμε να κατανοήσουμε σε βάθος τις ρίζες και την εξέλιξη της σημερινής Ελλάδας, τότε χρειάζεται να μιλάμε πιο ανοιχτά για τα τραύματα και τα θαύματα της ελληνικής κοινωνίας. Να προσεγγίσουμε την ιστορική αλήθεια και να συζητήσουμε ερμηνευτικά και διεργασιακά για τις αιτίες των γεγονότων.   

Εντούτοις η ματιά της εκπομπής δεν είναι ιστορική, ούτε πηγαίνει βαθιά στις αιτίες των συλλογικών μας τραυμάτων. Κινείται στις ράγες του αρχειακού υλικού της ΕΡΤ, κατά κάποιο τρόπο δηλαδή της επίσημης γραμμής, κι όχι στην αναζήτηση ενός παράπλευρου και περισσότερο συλλεκτικού υλικού. Αυτός ενδεχομένως να ήταν κι ο στόχος τους. Μια υποκειμενική και συναισθηματική ματιά της ιστορικότητας των γεγονότων. Δεκτό. Εξάλλου το υπαρξιακό πρόταγμα της μεταπολίτευσης κινείται σε αυτό το ρυθμό, δηλαδή στην ενίσχυση των ατομικών συνιστωσών της ταυτότητας. Σε αυτό το πλαίσιο οι δύο επιστήμονες καταφέρνουν να φτιάξουν ένα αποτέλεσμα με «κινηματογραφικό» ρυθμό. Καταφέρνουν, με τη δύναμη της εικόνας, να διεισδύσουν στην καρδιά μιας εποχής καταγράφοντας όχι μόνο τα γεγονότα, αλλά κυρίως την επίδρασή τους στον καθημερινό βίο των ανθρώπων.

Οι μεγάλες τομές της μεταπολιτευτικής περιόδου, τα τραύματα και τα επιτεύγματα του ελληνικού λαού, οι αξιακές μεταβάσεις και οι πολιτικο-κοινωνικοί μετασχηματισμοί περνούν στις οθόνες μας, αλλά κάπως ανεπαίσθητα. Προσωπικά διαφωνώ με αυτή την οπτική. Η εστίασή μου πηγαίνει προς τη διεργασιακή και ταξική ανάλυση της ιστορίας. Ωστόσο το ντοκιμαντέρ μου άρεσε. Είχε παλμό, ισορροπία, σεβασμό στο υλικό και μια συνθετική διάθεση.

Καθώς το παρακολουθούσα γεννήθηκαν οι παρακάτω σκέψεις για «τη δική μου μεταπολίτευση».

Όταν γεννήθηκα η Χούντα των συνταγματαρχών διένυε το 2ο της έτος. Δεν έχω αναμνήσεις, ούτε μνήμες από το καθεστώς της δικτατορίας. Έχω αναμνήσεις και μνήμες από την οικογένειά μου, τους τόπους που κατοικούσαμε και τους ανθρώπους τους. Έχω πολλές μνήμες επίσης από τη νομαδική ζωή των κτηνοτρόφων, αφού μεγάλωσα σε μια τέτοια οικογένεια. Η νομαδική ζωή έχει τους δικούς της ρυθμούς και τις δικές της εξαρτήσεις, οι οποίες κυρίως αφορούν την αλληλεπίδραση του ανθρώπου με το φυσικό του περιβάλλον. Οι πολιτικές συγκυρίες πάντα επηρεάζουνε τους ανθρώπους άμεσα ή έμμεσα. Αλλάζουν το τοπίο των παραγωγικών σχέσεων, διαμεσολαβούν στις οικονομικές σχέσεις, στρώνουν ή όχι το έδαφος για ανάπτυξη και ευημερία, οργανώνουν ακόμη και τις κοινωνικές σχέσεις, στην Ελλάδα κυρίως μέσα από το πελατειακό σύστημα. Παρά τις μεγάλες επιρροές του πολιτικού συστήματος στην κοινωνική ζωή, οι οικογένειες των αγροτο-κτηνοτρόφων έμοιαζαν να εστιάζουν περισσότερο στην επιβίωση και στη διασύνδεσή τους με το άμεσα κοινωνικό και το φυσικό περιβάλλον. Το οποίο αποτελούσε τη μήτρα της επιβίωσης τους.

Ίσως γι’ αυτό δεν έχω μνήμες δικτατορίας… παρά μόνο τις ασβεστωμένες αυλές, μια οδηγία που έρχεται από πολύ παλιά και που επανάφερε με διάταγμα η χούντα με σκοπό την  καθαριότητα και την «καθαρότητα» του έθνους.

Θυμάμαι όμως τις ημέρες της μεγάλης επιστράτευσης τον Ιούλιο του 1974, εξαιτίας της εισβολής των Τούρκων στην Κύπρο. Ηχούν ακόμη στα αυτιά μου τα μοιρολόγια των γυναικών για τους άντρες που φεύγαν για το …μέτωπο. Δεν γνωρίζανε προφανώς το φιάσκο της χούντας που είχε ήδη αποδιοργανώσει το στράτευμα και η επιστράτευση απέτυχε παταγωδώς. Τι τραγική ειρωνεία, οι «συνταγματάρχες» απέτυχαν εκεί που γνωρίζανε να διοικούν, δηλαδή στην οργάνωση του στρατού. Φανταστείτε επομένως το μέγεθος της γενικότερης αποδιοργάνωσης σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο.

Μεγαλώνοντας κι αφήνοντας πίσω την επταετία της δικτατορίας οι μνήμες μου αρχίζουν και γίνονται εντονότερες. Στην ουσία είμαι «παιδί» της μεταπολίτευσης. Θυμάμαι το 1975 «έπρεπε» να πάμε στο νηπιαγωγείο. Στο χωριό όμως δεν υπήρχε. Έτσι στο κοινοτικό γραφείο για κάποιους μήνες ερχότανε μια νηπιαγωγός. Μαζί της  πήραμε το βάπτισμα του πυρός, ενταχθήκαμε στο εκπαιδευτικό σύστημα. Στο νηπιαγωγείο πηγαίναμε κάθε μέρα με το καρεκλάκι μας ανά χείρας γιατί το κοινοτικό κατάστημα δε διέθετε φυσικά καρέκλες και άλλο σχολικό εξοπλισμό. Αν με ρωτάτε ωστόσο δεν καταλαβαίνω τη σκοπιμότητα ενός νηπιαγωγείου, αφού εκείνα τα χρόνια ούτε ανάγκη για επίβλεψη είχαμε, ούτε για οργανωμένες δημιουργικές δραστηριότητες. Όλα, τα παιχνίδια και η μάθηση, γινότανε στο φυσικό περιβάλλον, μέσα από την αυτοοργάνωση του παιχνιδιού και τη συμμετοχή μας στις διάφορες παραγωγικές εργασίες της οικογένειας.

Το 2θέσιο Δημοτικό σχολείο όμως είχε άλλη αίγλη. Εκεί μαθαίναμε γράμματα, για να μην μας κοροϊδεύουν, να μην πέφτουμε θύματα δηλαδή, όπως λέγανε οι μεγαλύτεροι. Η μεταπολίτευση είχε ήδη ξεκινήσει με δυναμισμό και μια εσάνς δημοκρατίας. Το σχολείο βέβαια κινούνταν στους ρυθμούς της πειθαρχίας και τα νοήματά του ήταν ακόμη στραμμένα στην καλλιέργεια της εθνικής ταυτότητας. Τότε πηγαίναμε στο σχολείο για να μάθουμε γράμματα και να γίνουμε άνθρωποι. Και Έλληνες. Να καλλιεργήσουμε ένα πατριωτικό πνεύμα και να νιώσουμε μια εθνική υπερηφάνεια. Σε καμιά περίπτωση βέβαια για να περάσουμε στο Πανεπιστήμιο. Η διασύνδεση του σχολείου με το Πανεπιστήμιο άρχισε να γίνεται υπόθεση της επόμενης δεκαετίας, από το 1980 και φτάνει έως σήμερα.

Παράλληλα ο κοινωνικοποιητικός ρόλος της κοινότητας άρχισε να συρρικνώνεται έως την πλήρη εξαφάνισή του στις μέρες μας. Από την οριοθετημένη κουλτούρα της παραδοσιακής κοινωνίας οδηγηθήκαμε στις χαώδεις αλληλεπιδράσεις και στον δυισμό της πολιτικής ορθότητας και της wok κουλτούρας της σύγχρονης εποχής.

Η εκπαίδευση που λαμβάναμε έως το τέλος της δεκαετίας του 1970 στο πλαίσιο της ένταξής μας στο κοινωνικό γίγνεσθαι κινούνταν με άξονα την ιδεολογία της κοινότητας. Η μύηση των νέων σ’ αυτή αφορούσε την επιβίωση και την εξέλιξη και της ίδιας της κοινότητας. Η κοινωνικοποίηση γινόταν θεσμικά αλλά και άτυπα μέσα από τις καθημερινές αλληλεπιδράσεις. Παραδείγματος χάρη, ένα από τα σημαντικότερα υπαρξιακά ζητήματα ο θάνατος και το πένθος ήταν επενδυμένα με συλλογικές σημασίες. Στις οποίες μυούμασταν κι εμείς τα παιδιά. Ο θάνατος γινότανε πιο οικείος και λιγότερο τρομακτικός, όπως και η ζωή. Θυμάμαι ότι ντυνόμασταν «παπαδάκια» και συμμετείχαμε στις κηδείες. Η συμμετοχή στο πένθος είχε πολλαπλά οφέλη. Είχε καταρχάς το χαρτζηλίκι που έπαιρναν τα παπαδάκια. Είχε κυρίως την κατανόηση με φυσικούς όρους των διεργασιών της ζωής και του θανάτου.

Φυσικά ένα άλλο στοιχείο που μας εκπαίδευε ήταν η ίδια η φύση. Ο παραδοσιακός άνθρωπος αντιλαμβανότανε το φυσικό περιβάλλον ως αδιαίρετο κομμάτι. Η φύση δεν λειτουργούσε ως υπηρεσία στη διάθεση του ανθρώπου, αλλά ως συμπαντικό ή/και θεϊκό δημιούργημα. Η ιερότητα της φύσης προσέγγιζε την ιερότητα του ανθρώπου και των κοινωνιών του. Εξάλλου από τη φύση «τρώγαμε» και επιβιώναμε. Τι άλλο να σκεφτεί κανείς για την αναγκαιότητα της αρμονικής συνύπαρξης του ανθρώπου με το φυσικό του περιβάλλον. Σε αντίθεση με το τωρινό ξεχειλωμένο σύστημα εκμετάλλευσης των γήινων πόρων.

Θα μου πείτε πως έχω μια νοσταλγική διάθεση για τα περασμένα χρόνια. Ναι αλήθεια είναι. Κυρίως επειδή εκεί βρίσκεται η παιδική ηλικία και η πρώτη μου νιότη. Ίσως γιατί αναπολώ τους αργούς ρυθμούς εκείνης της εποχής, που μοιάζανε σαν κι αυτούς που ζήσαμε εν μέσω πανδημίας. Πιο αργούς, πιο φυσιολογικούς, λιγότερο άστατους. Δεν ήταν όλα καλά προφανώς. Υπήρχαν καταπιεστικές απαγορεύσεις που πηγάζανε από τη  συμπαγή κουλτούρα της κοινότητας. Η οποία δεν άφηνε πολλά περιθώρια ανάπτυξης της προσωπικής ελευθερίας. Χρειαζότανε οι κοινωνίες μας μια εκτόνωση προς την δημιουργία ενός υποκειμένου που θα απαλλασσόταν από τα κοινωνικά πρέπει. Οι κοινωνίες αποζητούσαν την ανατροπή. Κι αυτή ήρθε και φώλιασε σε ένα σύνθημα «Αλλαγή».

Η δεκαετία του 1980 ήταν η δεκαετία των μεγάλων ανατροπών. Η λέξη «αλλαγή» κυριαρχούσε στο πολιτικό και κοινωνικό λεξιλόγιο της εποχής. Μαζί με την έννοια του «κοινωνικού συμβολαίου», η οποία δύσκολα γινόταν κατανοητή στις συντηρητικές τάξεις των αγροτών και των κτηνοτρόφων.

Θυμάμαι, στις πρώτες εκλογές της δεκαετίας, το 1981, μια αφίσα της ΝΔ με τον τίτλο «Αγρότη θα σου πάρουν τη γη». Στη φωτογραφία είχε ένα τρακτέρ «Μπελαρούς». Ένα χέρι απλωνόταν πάνω του σα να θέλει να το καρπωθεί. Σημειωτέων η Μπελαρούς ήταν μάρκα από τη Λευκορωσία, μέρος τότε της Σοβιετικής Ένωσης. Η κοινωνική αναπαράσταση που είχε μέρος των φτωχών λαϊκών στρωμάτων για τη δυναμική του Αντρέα Παπανδρέου και το σοσιαλισμό του ΠΑΣΟΚ, είχε κάτι από Άρη Βελουχιώτη και  εγκαθίδρυση ενός κομμουνιστικού συστήματος. Ουτοπία.

Λίγο πριν εκπνεύσει η δεκαετία ο σοσιαλισμός του ΠΑΣΟΚ πήρε μια διαφορετική τροπή. Μια γελοιογραφία του Μητρόπουλου που έδειχνε την πορεία των μεγάλων σοσιαλιστικών οραμάτων ήταν ενδεικτική: Ο Αντρέας φορούσε μαγιό και κράταγε μια τρίαινα, σαν τον θεό Ποσειδώνα. Η λεζάντα έλεγε «έξω από το ΝΑΤΟ, έξω από την ΕΟΚ, ας το ρίξουμε και λιγάκι έξω». Όλα τα μεγάλα «αριστερά» διακυβεύματα παραμείνανε συνθήματα. Η πρώτη μεγάλη κωλοτούμπα της μεταπολίτευσης μόλις είχε πραγματοποιηθεί.

Παράλληλα αναπτυσσόμασταν. Κυρίως οι ρυθμοί της κοινωνικής προόδου ήταν  εντατικοί και εμφανείς. Νέα ήθη και νέες συνήθειες άρχισαν να διαμορφώνουν ένα διαφορετικό life style. Η δεκαετία του ’80 μας προετοίμαζε για τις μεγάλες αλλαγές που θα έφερνε η επόμενη δεκαετία. Η Ελλάδα μέσα σε λίγα χρόνια άλλαξε τόσο που ούτε η ίδια δεν αναγνώριζε τον εαυτό της. Κι όμως οι παλιές ταυτότητες υπήρχαν και ηχούσαν ηχηρά μέσα από στερεότυπα και πεποιθήσεις που ήταν βαθιά ριζωμένες στις ψυχές των ανθρώπων. Διαχρονικά δύο από αυτές αφορούσαν τη δομή και τη λειτουργία της οικογένειας και τις πελατειακές σχέσεις του λαού με τους εκπροσώπους της «εξουσίας». Παρά τις αλλαγές στη δομή και στις μορφές της η ελληνική οικογένεια  παρέμεινε όλο το διάστημα της μεταπολίτευσης ένα ενεργό πεδίο νοηματοδότησης της ύπαρξης. Και, δυστυχώς, το ίδιο ενεργό παρέμεινε και το σύστημα διακυβέρνησης διά μέσου των πελατειακών σχέσεων. Η αγία οικογένεια και ο μπάρμπας από την Κορώνη ζουν και βασιλεύουν.

Το 1987 ξεκίνησε ο φοιτητικός μου βίος. Παράξενες οι σπουδές στα ελληνικά πανεπιστήμια εκείνης της περιόδου. Είχαν κάτι μεταξύ ενηλικίωσης και έντονες επιρροές από τη φοιτητική εξέγερση του Πολυτεχνείου. Η φοιτητική νεολαία ήταν έντονα «πολιτικοποιημένη». Οι κομματικοί στρατοί απλώνανε την πραμάτεια τους για να ψωνιστούν οι νεοφερμένοι φοιτητές. Τα αμφιθέατρα βογκούσανε από συνθήματα και πολυπληθείς μαζώξεις. Το ίδιο και οι φοιτητικές πορείες για «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία». Το πανεπιστήμιο ήταν ένας τόπος ριζοσπαστικοποίησης των νέων, με ένα σχεδόν ασυνείδητο όμως τρόπο. Γι’ αυτό το ποσοστό της φοιτητικής νεολαίας του ΚΚΕ ήταν πολύ υψηλότερο από αυτό του κόμματος. Κρατώ βέβαια την αγνότητα πολλών νέων ανθρώπων που όντως οραματιζόταν ένα καλύτερο κόσμο. Ωστόσο αυτόν τον κόσμο δεν φροντίζαμε να τον βελτιώσουμε μέσα από τη μάθηση. Ο υπαρκτός εκδημοκρατισμός των Πανεπιστημίων δεν είχε ακόμη διεισδύσει στο μεδούλι της κουλτούρας της σπουδάζουσας νεολαίας. Περισσότερο γεμίζαμε τα αμφιθέατρα και τα καφενεία παρά τις διαλέξεις των καθηγητών. Το σύνθημα της εποχής ήταν «αρκεί να μπεις στο πανεπιστήμιο, αν μπεις θα βγεις». Τρούπωσες; Που έλεγε κι ο Βουτσάς. Θεωρώ πως παρά το εξαιρετικό επίπεδο διδασκαλίας εκείνης της εποχής οι Έλληνες φοιτητές πολύ λίγο αξιοποίησαν εκείνη τη δυνατότητα.

Η ανολοκλήρωτη φοιτητική μετάβαση σε ένα άλλο κόσμο κι ένα υγιή μετασχηματισμό της κουλτούραςα ακολουθούσε τη γενικότερη ματαίωση της ελληνικής κοινωνίας. Μια κοινωνία που σταδιακά άρχισε να βιώνει επικίνδυνες αυξομειώσεις στη δυναμική της. Από τον ευδαιμονισμό στη λιτότητα κι από την κατανάλωση στις κρίσεις. Από το «Τσοβόλα δώστα όλα» στη μνημονιακή εποχή της δεκαετίας του 2010.

Τελικά στο διάβα αυτής της μακρόχρονης δημοκρατικής μας πορείας τι απομένει; Τι πετύχαμε και τι όχι; Κι εν τέλει μαζί τα φάγαμε; Ο Πάγκαλος ως μια συμβολική μορφή του πολιτειακού μας συστήματος εκφράζει μια ιστορική του αλήθεια. Την αποδοχή των ανισοτήτων. Δυστυχώς οι ανισότητες παρουσιάζονται ως νομοτέλειες. Σαν φυσικές και κατά προέκταση ιστορικές αλήθειες. Σήμερα αυτές οι ανισότητες έχουν διευρυνθεί επικίνδυνα. Η ψαλίδα μεταξύ φτωχών και πλουσίων μεγαλώνει, όλο και γιγαντώνεται.  Οι άνθρωποι στη Δύση έχουν βρει άλλες διαιρέσεις να ασχολούνται αποπροσανατολίζοντας έτσι το θυμικό τους από το μείζον ζήτημα των ταξικών ανισοτήτων. Διαιρέσεις του φύλου, της ράτσας, της αισθητικής και ένα σωρό άλλες δημιουργούν ένα αυξανόμενο κοινωνικό κατακερματισμό. Κι αποδυναμώνουν το κοινωνικό σώμα. Ένα σώμα που ασθενεί, αλλά και ελπίζει.

Το σώμα και οι ταυτότητες αποκτούν μια εικονική μορφή. Ίσως ζούμε στην εποχή ενός  ψηφιακής αποβλάκωσης και δεν το έχουμε πάρει χαμπάρι. Και φυσικά σε μια εποχή που κυριαρχεί η ιδιωτικοποίηση της ζωής. Και συνάμα η τάση ιδιωτικοποίησης όλων των αγαθών και υπηρεσιών δημοσίου χαρακτήρα. Γινόμαστε ολοταχώς ανόητοι, σύμφωνα με την ερμηνεία του της έννοιας του «ιδιώτη» για τους αρχαίους ημών προγόνους.

 

Η ελληνική δημοκρατία έφτασε αισίως στη «μέση ηλικία». Κι όπως κάθε μεσήλικας είναι μπροστά σε θεμελιώδεις υπαρξιακές αγωνίες για τις οποίες ακόμη αναζητά απαντήσεις.

Στα χρόνια της μεταπολίτευσης δεν τολμήσαμε να αγγίξουμε τα τραύματά μας. Ίσως τα απωθήσαμε ακόμη περισσότερο. Αρχικά κάτω από το χαλί μιας καταναλωτικής ευδαιμονίας κι αργότερα πίσω από τον κρότο των συνεχόμενων κρίσεων. Τα συλλογικά ψυχικά τραύματα παραμένουν ενεργά. Έχουν εκπαιδεύσει τον ψυχισμό μας σε συγκεκριμένες αντιδράσεις. Διότι το τραύμα δεν πονά μόνο, αλλά κυρίως εκπαιδεύει τους ανθρώπους σε μια συγκεκριμένη κουλτούρα. Το τραύμα υποδεικνύει ένα τρόπο να ζεις. Η σημερινή απονιά και απάθεια είναι κάποιες από τις συνέπειες της παραπάνω «εκπαίδευσης». Η κοινωνία μας έγινε νηπενθής. Ο θάνατος έγινε το ταμπού της. Και το χρήμα, η δύναμη της εξουσίας το τοτέμ της. Η δύναμη της εξουσίας του χρήματος πήρε τα σκήπτρα στη νοηματοδότηση της ζωής των νεοελλήνων. «Νεοέλληνας», όπως έλεγε ο Τζίμης Πανούσης, μια υβριδική μορφή πολίτη. Ένα μείγμα φιλότιμου και παρτάκια Έλληνα. Ένα νέο μοντέλο ανθρώπου που γεννιέται μέσα από τις προσδοκίες για ένα καλύτερο αύριο. Για ένα αύριο όμως που στηρίχθηκε αφενός σε μια εισαγόμενη κουλτούρα κι αφετέρου σε εσωτερικούς εμφυλίους και ανασφάλειες, κοινώς κομπλεξισμούς. Από τη μια σε μια δυτικότροπη στροφή δίχως όρους και εσωτερικές ζυμώσεις κι από την άλλη σε αδιάκοπες διαιρέσεις και διχασμούς. Μεταξύ βεβαίως πολλών κατορθωμάτων σε κοινωνικό, επιστημονικό, αθλητικό και άλλων επιπέδων. Μέσα στις αντιφάσεις και στις κακοδαιμονίες μας ήμασταν και ελπίζω να παραμείνουμε ένας δημιουργικός, εφευρετικός, αλληλέγγυος και γενναίος λαός.

Προσωπικά είμαι μοιρασμένος μεταξύ μιας αισιόδοξης και μιας απαισιόδοξης προοπτικής. Αισιόδοξης γιατί έχω αγγίξει, όπως αρκετοί συνάνθρωποί μου, το θαύμα των προσωπικών μου μετασχηματισμών. Και απαισιόδοξης γιατί σήμερα αδαείς και αμέριμνοι, κουβαλώντας τις δικές μας ανεπούλωτες πληγές δεν αντιλαμβανόμαστε το ρου της ιστορίας και μοιάζουμε ανοχύρωτοι στις εξελίξεις. Στην εποχή του «μετά», μιας ατέρμονης δηλαδή μετάβασης, οι άνθρωποι πλέουν ενδεείς στο καβούκι της ατομικότητας και της ανεπάρκειάς τους. Από τη μία μόνοι και ψηφιακά συνδεδεμένοι. Και από την άλλη ανεπαρκείς με κατακερματισμένες ταυτότητες και διαρρηγμένο ανήκειν. Κυρίως γιατί τοποθετούν τον εαυτό τους σε ένα πλαίσιο μετάβασης, αέναης, ανέστιας και άνευ νοήματος.

 

Θα κλείσω την αναφορά στη δική μου μεταπολίτευση αλλιώς!

Καθώς μεγαλώνω συνειδητοποιώ το μεγαλείο της ζωής. Η ζωή είναι ένα δώρο. Ένα δώρο που το ζούμε σε μια όμορφη γωνιά του πλανήτη. Μια γωνιά με φυσικό και πολιτισμικό κάλος.

Η ζωή είναι μεγάλη. Η δική μου διαρκεί λίγο παραπάνω από την μεταπολίτευση. Στη διάρκειά της έχω βιώσει πολλά σε προσωπικό, οικογενειακό και κοινωνικό επίπεδο. παράλληλα έχουν συμβεί πολλά γεγονότα που έχουν ιστορική σημασία. Και συμβαίνουν ακόμη, όπως οι τωρινοί πόλεμοι. Πόλεμοι που θέτουν σε διακινδύνευση τις ζωές μας. Και για ποιο λόγο, μα για του αφέντη το φαΐ.

Στην εποχή μας αλλάζει επίσης το κλίμα και μαζί του αλλάζουν οι γεω-στρατηγικές ισορροπίες. Αυτοκρατορίες απειλούνται και νέες δυνάμεις καιροφυλακτούν. Η γη μας συνταράσσεται από την αδιάκοπη εκμετάλλευσή της. Το ίδιο και οι άνθρωποι.  Παράλληλα δημιουργείται η ελπίδα για ένα νέο κόσμο. Κάποιοι υποστηρίζουν πως έχει ξεκινήσει η χιλιετία της μητριαρχίας. Και ίσως μέσα από την καταστροφή του παλιού κόσμου αναγεννηθεί ένας καινούργιος, γύρω από τη μήτρα μιας ολιστικής θέασης του κόσμου.

Όπως και να ‘χει τη ζωή «πρέπει» να τη ζούμε, αυτό κρατώ από την παρακολούθηση των  ντοκουμέντων και της οπτικής που είχαμε την τύχη να δούμε μέσα από το σπουδαίο ντοκιμαντέρ του ERTFLIX «η δική μας μεταπολίτευση». 

Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2024

Don't panic



Τι είναι οι κρίσεις πανικού;

Πότε, πως, που και γιατί συμβαίνουν;
Πως αντιμετωπίζονται;
Πως μπορούν από ένα τρομακτικό σύμπτωμα να μετατραπούν σε μια αφετηρία προσωπικών αλλαγών;
Πως ένα σύμπτωμα που καθιστά τον άνθρωπο αδύναμο και φοβισμένο μπορεί να μετατραπεί σε μια πηγή δύναμης και γνώσης του εαυτού;
Μέσα από την επιστημονική θεώρηση και τη θεραπευτική προσέγγιση του συγγραφέα το βιβλίο επιχειρεί να δώσει απλές και κατανοητές απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα συνδυάζοντας την επιστημονική γνώση με τις ιστορίες ανθρώπων που προσπαθούν να μετατρέψουν ένα ψυχοσωματικό σύμπτωμα σε οδηγό ζωής και να το αξιοποιήσουν ως αφετηρία αναζήτησης των βαθύτερων αναγκών της ύπαρξής τους.
Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός

Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2024

Ὡς ἂρα διά γυναικός ἐρρύη τὰ φαῦλα

Ποια είναι η κοινωνική αναπαράσταση για τη γυναίκα στον σύγχρονο δυτικό κόσμο;

Πως αντιλαμβάνονται -άντρες και γυναίκες- ένα πρόσωπο που όλοι και όλες γνωρίσαμε πριν τη δούμε, αφού από το σώμα της βγήκαμε στο φως, τυφλοί, φοβισμένοι  και ανυποψίαστοι, με ένα κλάμα, ένα οδυρμό που θα μας ακολουθεί σε ολόκληρο το μονοπάτι της ζωής, καθώς η πρώτη αρχή που γνωρίζουμε για τη ζωή είναι ο θάνατος. 

Το κλάμα κραυγάζει την ανάγκη μας να συνδεθούμε με το ωκεάνιο συναίσθημα της ενδομήτριας ζωής, με τη μάνα, το πρώτο είδωλο του κόσμου ετούτου. Την ανάγκη να συνδεθούμε με τη μυρουδιά της, την αναπνοή της, την αγκαλιά της. Η δική της ματιά είναι αυτή που πρώτο-ορίζει την ταυτότητά μας, εάν το βλέμμα της είναι ενθαρρυντικό ή απογοητευτικό έτσι αντιστοίχως θα ορίσουμε τον εαυτό μας. 

Από εκείνη την αγκαλιά έως την ερωτική αγκαλιά στο γάμο και τη συντροφικότητα τι μεσολαβεί και πολλοί άντρες ακρωτηριάζουν τα συναισθήματά τους και πληγώνουν τη σύντροφό τους;

Όλα παίζονται εκεί στην πρώτη ματαίωση που φέρει η απομάκρυνση από το σώμα της μητέρας. Από το βλέμμα με το οποίο θα συναντηθεί το βρέφος. Όσο το ρήγμα της ματαίωσης βαθαίνει, όσο το βρέφος δεν αντικατοπτρίζεται ως σημαντικό μέσα στη ματιά της μάνας του, τόσο θα αποζητά στο βλέμμα της τον χαμένο παράδεισο και στο βλέμμα κάθε γυναίκας που θα συναντά στη ζωή του. 

Ο βίαιος άντρας είναι ένας ματαιωμένος και πληγωμένος άντρας, ένα πληγωμένο θηρίο. Ένα φοβισμένο αγρίμι που αναζητά το μαστό της επαγγελίας. Γι’ αυτό εξάλλου όταν νιώθει νηστικός δαγκώνει τον μαστό που τον θρέφει, δημιουργώντας μια ψευδαίσθηση παντοδυναμίας και κυριαρχίας. 

Πολιτισμοί και κοινωνίες που η γυναίκα δεν κουβαλά μια ιερότητα είναι ασθενικές κοινωνίες. Που δεν μπορούν να γεννήσουν υγιή υποκείμενα και ευτυχισμένους ενήλικες. 

Αναρωτιέμαι πολλές φορές πως εγκαθιδρύθηκε η «πατριαρχία», τι κάνει τους ανθρώπους να οργανώνουν τις κοινωνίες τους πάνω σε αυτή τη διχαστική και βάρβαρη αντίληψη. Νομίζω η απάντηση είναι η ανθρώπινη απληστία, αυτή που γέννησε τις συγκρούσεις και τους πολέμους. Αυτή που διώχνει το θηλυκό κομμάτι από τις ψυχές των ανθρώπων. Όταν το θαύμα της γυναίκας μεταμορφώνεται σε ανθρώπινο δράμα τότε κάτι δεν πάει καλά…

Καιρός να μετατρέψουμε το «Ὡς ἂρα διά γυναικός ἐρρύη τὰ φαῦλα» («Από τη γυναίκα ήρθαν στον κόσμο τα κακά [πράγματα]»), σε «Ἀλλά καὶ διά γυναικός πηγάζει τά κρείττω» («Αλλά και από τη γυναίκα [ήρθαν στον κόσμο] τα καλά [πράγματα]»)1


 



Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2024

Ο στεναγμός του Ίκαρου

 

Συχνά η λογοτεχνία αποκωδικοποιεί τον ανθρώπινο ψυχισμό και αποδίδει με ένα δικό της ρεαλισμό την ιστορικότητα της ζωής των ανθρώπων. Στο πλαίσιο αυτό κινείται ο Παναγιώτης Φράγκος με το παρθενικό του μυθιστόρημα "Ο στεναγμός του Ίκαρου". Ένα μνημειώδες λογοτεχνικό δημιούργημα που τολμά να συνδέσει τον άνθρωπο με την ιστορία του και παράλληλα αναδεικνύει το μεγαλείο της ψυχής να μπορεί να μεταμορφώνει τη σημασία των γεγονότων δίνοντας τους το νόημα που λαχταρά. 

Ο συγγραφέας γράφει ένα λογοτεχνικό έργο με την ευαισθησία που κουβαλούν τα ποιήματα του Καβάφη. Το έργο του εκτείνεται σε ένα εύρος που κυμαίνεται από το ψυχογράφημα των ανθρώπινων συνειδήσεων έως την ιστορικότητα τους. Με φόντο το ιστορικό περίγραμμα ξεδιπλώνει τις ζωές των ηρώων του με σπαρακτικό τρόπο. Αλλά και μέσα στο πλαίσιο της ανθρώπινης ύπαρξής τους ξεδιπλώνει τη σημασία και την επίδραση της ιστορίας.

Δεν θα σας πω πολλά πράγματα για τη ροή και την πλοκή της ιστορίας για να μη την προδώσω. Θα δώσω μονάχα τις δικές μου συνειδητοποιήσεις μέσα από την ανάγνωσή της. Γιατί αμή τι άλλο αυτός δεν είναι ο σκοπός μιας ιστορίας, να μας ευαισθητοποιήσει, να μας κάνει να στοχαστούμε πάνω στα ανθρώπινα και τα κοινωνικά διακυβεύματα.

Όλοι οι ήρωες είναι καλοφτιαχμένοι και δένουν αρμονικά με τις κοινωνικές αναφορές και το ιστορικό τους πλαίσιο. Ήρωες που προσπαθούν να υφάνουν τα δικά τους νοήματα σε ένα κόσμο που αλλάζει βίαια, που τους συμπαρασύρει καμιά φορά με αγριότητα στην αναζήτηση του εσωτερικού τους εαυτού και στη συγκρότηση ενός συμπαγούς κι αλληλέγγυου κοινωνικού δεσμού.

Στο κέντρο όλων των προσώπων, των γεγονότων, των εμπειριών, ο πόλεμος και η προσφυγιά.

Ένας πόλεμος μπορεί να τα αλλάξει όλα, τα νοήματα, τους σκοπούς, τα οράματα. Η επιβίωση σε ωθεί σε υπερβάσεις που ούτε καν διανοείται κανείς σε περίοδο ειρήνης πως μπορεί να γίνουν. Είτε προς τον ηρωισμό είτε προς την ταπείνωση.

Το απρόβλεπτο της ζωής, το μόνο που μπορούμε να προβλέψουμε πως θα συμβεί, είναι κάθε φορά ένας καλός δάσκαλος που μας πάει μπροστά και μας υπενθυμίζει το χρέος μας να τιμούμε στην καθημερινότητά μας τον πλούτο των αγαθών και των σχέσεων.

Πως μπορεί να νιώσει ελεύθερος ένας άνθρωπος όταν πήζει το σάλιο στο στόμα του από την πείνα, όταν η παγωνιά γίνεται μάνα και το δάκρυ δρόσος;

Αλήθεια πως μεταβολίζονται στον ψυχισμό μας τα τραύματα αυτού του είδους; πως φτιάχνονται οι άνθρωποι μέσα στο αμόνι της ανέχειας, της πείνας και του ολέθρου;

Τι είναι τελικά στα χέρια μας;

Αλλάζουμε την ιστορία ή μας αλλάζει δίχως να το συνειδητοποιούμε;

Ο συγγραφέας μέσα από την ιστορική δεινότητα των αφηγήσεών του μας περιδιαβαίνει στις αλήθειες που κρύβουν αλλά και φανερώνουν τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα. Αυτά που όταν τα ζεις δεν κατανοείς εύκολα τη δυναμική τους.

Έχει ενδιαφέρον το ερώτημα πως οργανώνονται οι άνθρωποι του λαού μέσα στη δίνη ενός πολέμου; Μαχητές, ταπεινωμένοι, δωσίλογοι, γενναίοι, αγωνιστές των ιδεών, αλλά και της καθημερινής επιβίωσης. Φόβος θανάτου παντού, όπως και νόημα ζωής παντού. Ο πόθος της λευτεριάς δίνει νόημα στους ανθρώπους. Και ‘μεις οι Έλληνες έχουμε μάθει να χτίζουμε ένα νόημα ισχυρό γύρω από τον πόθο της λευτεριάς. Αναρωτιέμαι μόνο τι νόημα δίνουμε στην ελευθερία όταν την κατακτήσουμε. Ιστορικά φαίνεται πως η ελευθερία μας διχάζει, την κλοτσάμε και δημιουργούμε ξανά τις συνθήκες μιας νέας σκλαβιάς. Σα να λέμε βγάζουμε μεταξύ μας τα μάτια μας. Εμφύλιοι διχασμοί, έχθρες, αντιζηλίες, σε μια χούφτα λαού από άκρη σε άκρη αυτού του όμορφου τόπου.

Ο συγγραφέας μας δίνει την ιστορική εικόνα μέσα από τις περιγραφές των ανθρώπινων ψυχισμών που απεικονίζονται στο κάδρο της. Εδώ την ιστορία τη γράφουν οι δρώντες άνθρωποι κι όχι οι ιστορικοί. Ο κος Φράγκος μας βάζει μέσα στο μεδούλι της ιστορίας, μέσα στο συναίσθημα και στο μυαλό όσων τη βιώσαν. Σαφώς επιλέγει τους πρωταγωνιστές του, σαν αυτή η επιλογή να θέλει να φωτίσει κάποιες πτυχές της ιστορίας, ίσως αυτές που παραμένουν ακόμη αφώτιστες και παραπονεμένες. Κι όσους κύκλους κι αν κάνει η ιστορία αυτές οι πτυχές, κι άλλες τόσες, στα χρόνια που κύλησαν μοιάζει να παραμένουν ακόμη αδικαίωτες.

Σε αυτούς τους κύκλους της ιστορίας άλλες φορές οι άνθρωποι καλούνται να δράσουν κι άλλοτε να στραφούν στα μέσα τους, στα μεγάλα υπαρξιακά ζητήματα που τους κάνει η ανάγκη να δουν. Η ανάγκη σε κάνει φιλόσοφο, στοχαστή της ύπαρξης, εκεί που αναμετράσαι με τα σημαντικά και φωτίζεις αλλιώς τα ασήμαντα της ζωής. Όπως συνέβη με το Λεμονιώ, την ηρωίδα μας, όταν επιστρέφει στο νησί της, εκεί που ο συγγραφέας αναρωτιέται για τα δεδομένα της ύπαρξης, και θέτει έμμεσα το ερώτημα τι κάνει άραγε ευτυχισμένο έναν άνθρωπο, τα μεγάλα και τα σημαντικά ή η ταπεινότητα της στιγμής.

Πόσοι κόσμοι υπάρχουν κε Αλεξάνδρου; Τα μέσα μας μόνο Λεμονιώ…

Η αλήθεια βέβαια είναι πως για να αναστοχαστείς την ύπαρξή σου πιο συνειδητά χρειάζεται να επιστρέψεις στον τόπο σου, συμβολικά, μα και ίσως και κυριολεκτικά. Να βρεις τον πυρήνα σου, γύρω από τον οποίο θα φτιάξεις τους δικούς σου ομόκεντρους κύκλους ζωής. Την ενήλική σου ζωή δηλαδή, μέσα από επιλογές, επιρροές, απωθήσεις κι όλα τα στριμώγματα της εναλλαγής των γεγονότων της ιστορίας και της ιστορίας σου.

Μέσα στον κίνδυνο το πείσμα για ζωή είναι διάχυτο στο δρόμο για το νησί, την πατρίδα, τον εαυτό, τη ρίζα. Ένα άλλο ταξίδι στη δική της Ιθάκη. Έχει ο Θεός κι η μοίρα μου, λέει το Λεμονιώ. Και πάνω εκεί βρίσκεται ένας άνθρωπος να δώσει ένα χέρι βοηθείας. Γιατί γι’ αυτό είμαστε σημαντικοί οι άνθρωποι και αξίζει να λεγόμαστε άνθρωποι, όταν γινόμαστε αλληλέγγυοι και δεν σκεφτόμαστε το τομάρι μας μόνο.

Συγκλονιστικές είναι οι στιγμές που εναλλάσσονται οι διχασμοί με την αλληλεγγύη. Από τη μια ο εμφύλιος σπαραγμός, που ξεκινά μέσα στην κατοχή, και από την άλλη η ανθρωπιά και η αυτοθυσία. Για ένα κοινό σκοπό, για τη λευτεριά.

Η πείνα όμως, τι γίνεται με την πείνα; Όταν το λάδι από το καντήλι γίνεται το θαύμα της ζωής, της επιβίωσης. Το έκαμε το θαύμα ο Άγιος σώθηκε για την ώρα μια ζωή. Το σπιτικό του Άγιου έγινε το απόσκιο της Λεμονιώς, λίγο να κουρνιάσει και να ξεγελάσει την πείνα της.

Φαγί, να μη γονατίσουν οι ψυχές μας, όπως έλεγε η μάνα της Λεμονιώς…

 

Ξενιτιά, πόλεμος, βαραίνει η ψυχή του ανθρώπου. Πως να αντέξει ο άνθρωπος. Πως να αντέξει ένα παιδί όταν οι γονείς της, από αγάπη, απ’ την ανάγκη της επιβίωσης, τη στέλνουν δουλικό σε ξένο σπίτι, μακριά από τον τόπο τους. Άλλος πόλεμος κι αυτός, ο πόλεμος της φτώχειας και της ανέχειας.

Και τι μεγαλείο ψυχής να λέει στον εαυτό της «δεν ήτανε πρεπούμενο τα παρελθόντα να μολύνουνε το σήμερα, άλλοι χρόνοι άλλοι καιροί ανάγκες άλλες». Οι άνθρωποι δεν μπορούν να ορίσουν τη μοίρα των γεγονότων, μπορούν όμως να ορίσουν τον τρόπο που θα τα δουν. Ας είναι αυτό έστω το πλαίσιο που θα ορίζει την ελευθερία μας, αυτή η ελάχιστη έστω δυνατότητα να έχουμε την ευθύνη των επιλογών μας μέσα στις συμπληγάδες πέτρες της ιστορικής συγκυρίας.

Καθώς ο συγγραφέας μας αφηγείται τις ιστορίες των πρωταγωνιστών του στέκομαι με ευγνωμοσύνη, μεγαλύτερη ακόμη, για τα χρόνια που ζω. Γεννήθηκα μέσα στη Χούντα, μα έζησα στην ειρήνη. Σε ένα κόσμο που με τρομάζει βέβαια για το πως θα τον παραδώσουμε στα παιδιά μας και τι μας επιφυλάσσει να ζήσουμε στα στερνά μας.

Θα σταθώ και σε κάτι άλλο, συνηθίζω να λέω μια φράση «είμαστε αυτό που γινόμαστε, όταν επιστρέφουμε στο πατρικό μας σπίτι». Συγκλονιστική είναι η στιγμή που το Λεμονιώ στέκεται μπροστά στον πατέρα της και με σπαρακτικό και ενήλικο τρόπο του ζητά να συνταχτεί με το νέο που κουβαλά μαζί της. Με την πατρίδα και τη λευτεριά κι όχι με τη ρουφιανιά ή την κλειστή και στενόμυαλη κοινωνία του νησιού. Του ζητά να αποδεχθεί το νέο της εαυτό και να τον αγαπήσει και του ζητά να υπερβεί το δικό του κατεστημένο τρόπο σκέψης.

Μια νέα ζωή μέσα στα σπαράγματα της παλιάς, έτσι είναι η ξενιτιά, η προσφυγιά κι ο πόλεμος, ξεριζώνουν τις ψυχές των ανθρώπων και άντε να τις μεταφυτεύσουν! Τι άλλο απομένει όμως, έτσι είναι η ζωή έχει νόημα παντού. Το νόημα γεννιέται έτσι κι αλλιώς στις υπερβάσεις, στις ατομικές και στις συλλογικές ανάγκες που τανύουν τους ανθρώπους σε επιτεύγματα πέρα από τις δυνάμεις τους. Μα και στο καλό, εκεί που δεν επιτρέπεις την αμαρτία, δηλαδή το κόλλημα του μυαλού στα παλιά. Να τη σεβόμαστε τη ζωή και να της επιτρέπουμε να μας ταξιδεύει στη ροή της. Καλή είναι η ασφάλεια μα ας έχουμε το νου μας στις αλλαγές, αυτές που χρειάζεται να φτιάχνουμε μόνοι μας πριν τις φέρουν τα γεγονότα.

Σελ. 270: λέει ο συγγραφέας: «Αυτό ήταν. Μίλησε. Στεναχώρησε; Δεν ήξερε. Ήξερε πως στεναχωρέθηκε. Έπαψε να είναι το καλό παιδί. Ένιωθε τύψεις, που μίλησε. Ένιωθε τύψεις γιατί το χάρηκε που μίλησε. Παράξενες οι φουρτούνες στα σωθικά, σα σηκώνονται κάθε φορά που ανατρέπεται μία συνήθεια, χαλάει μια βολή του καθενός στη μιζέρια ή στην καλοπέραση».

Καθώς διάβαζα το βιβλίο θυμήθηκα τους μελοποιημένους από τον Μαρκόπουλο στίχους του Μάνου Ελευθερίου

Στης ανάγκης τα θρανία
και στης φτώχειας το σχολειό
μάθαμε την κοινωνία
και τον πόνο τον παλιό

Παραπονεμένα λόγια
έχουν τα τραγούδια μας
γιατί τ' άδικο το ζούμε
μέσα από την κούνια μας

Το σεργιάνι μας στον κόσμο
ήταν δέκα μέτρα γης
Όσο πιάνει ένα σπίτι
και ο τοίχος μιας αυλής

Παραπονεμένα λόγια
έχουν τα τραγούδια μας
γιατί τ' άδικο το ζούμε
μέσα από την κούνια μας

 

Εμείς οι Έλληνες έχουμε βιώσει και παραμένουν ακόμη ανοιχτά πολλά ψυχικά τραύματα τα οποία προήλθαν από τραγικές εμπειρίες και γεγονότα. Μια ανάσα κοντά σε ιστορικούς χρόνους είναι ο πρώτος και ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, η Μικρασιατική καταστροφή, η γενοκτονία των Ποντίων, η γερμανική κατοχή, ο εμφύλιος και ο μετεμφυλιακός σπαραγμός, η χούντα, το δέσιμο της χώρας στα συμφέροντα τρίτων, τα μνημόνια….

Η συναρπαστική αφήγηση του συγγραφέα μας γοητεύει αλλά μας στέλνει κι ένα σωρό μηνύματα, η αέναη διαπραγμάτευση του ανθρώπου να απαντά δημιουργικά στα ερωτήματα ποιος είμαι, που πάω και γιατί, αναδύονται μέσα από την ποικιλομορφία των γεγονότων και ειδικότερα από την απειλή του αφανισμού της ζωής. Από τον πόλεμο και την πείνα.

Γι’ αυτό κάθε φορά που θα συναντάτε έναν πρόσφυγα μη σταματά το βλέμμα σας στην εικόνα. Αυτός ο άνθρωπος κουβαλά μέσα του, μέσα στις πληγές του, όλα τα παραπάνω υπαρξιακά διακυβεύματα, ως αγωνίες ύπαρξης.

Εξάλλου κι ο αδελφός μπορεί να γίνει ξένος κι ο ξένος να γίνει αδελφός… Ποιοι είναι οι δικοί μας άνθρωποι τελικά, τι είναι πατρίδα;

Τι είναι πατρίδα, μα ότι πιάνει τον κόσμο όλο, έλεγε ο δάσκαλος στο νησί της. Ένα συμβολικό πρόσωπο που επιλέγει ο συγγραφέας για να μας μιλήσει για τη δύναμη της γνώσης και της εσωτερικής φώτισης. Για την ανάγκη η γνώση να υπηρετεί την αλληλεγγύη και την ανθρωπιά.

Πατρίδα είναι κι ο τόπος, η γη, αυτή που μπορεί να μας ταΐσει, να γλυκάνει την πείνα μας. Πόσο σεβασμό χρειάζεται η μάνα γη και πόσο την τραυματίζει η ανθρώπινη απληστία!!!

 

Νέοι ξεριζωμοί, η ανθρώπινη απληστία ξεθωριάζει κάθε έννοια ανθρωπινότητας. Ο διαφορετικός άλλος γίνεται εχθρός και κυνηγημένος από τον ισχυρό. Γίνεται πρόσφυγας, ξεριζώνεται η ψυχή του.

Ένας νέος τόπος ανοίγεται μπροστά στη λαβωμένη ψυχή του πρόσφυγα. Όποιος έχει βιώσει αυτή την εμπειρία γνωρίζει πως η ψυχή γίνεται αλλιώτικη. Ο άνθρωπος χάνει τα στοιχεία της ταυτότητάς του. Τα στολίδια της ψυχής του. Η επιβίωση τον στοιχειώνει στα βασικά. Κουβαλά τον πόνο του διωγμού και το φόβο του ξαναριζώματος. Ο πρόσφυγας δεν είναι ίδιος, γίνεται ένας άλλος άνθρωπος. Το κατώφλι της προσφυγιάς μεταμορφώνει τον άνθρωπο σε θύμα, αλλά και ήρωα μιας ιστορίας. Σε έναν επιζήσαντα.

Η προσφυγιά είναι ένας τόπος εξορίας. Το Λεμονιώ εξόριστη στα παράλια της Τουρκίας αναζητά μέσα της ψήγματα νοήματος για να αντέξει η ψυχή της. «Ο χρόνος δεν έχει αύριο, ο χρόνος είναι πάντα και μόνο παρόν», μας λέει ο συγγραφέας. Το τώρα θέλει ψυχή και νόημα, όσο κι αν μας δυσκολεύει. Γιατί το νόημα είναι σαν το χρόνο, έχει μόνο παρόν. Ένα παρόν που το νόημα το συνδέει με τα βιώματά μας (το παρελθόν) και τα όνειρά μας (το μέλλον μας).

Σε πόσα μέρη μπορεί να ευδοκιμήσει η Λεμονιά; Αναρωτιέμαι τυχαία επέλεξε αυτό το όνομα ο συγγραφέας. Ή θέλησε όπως το κοιτώ προσωπικά να μας μιλήσει για τη δύναμη της ανθεκτικότητας, αλλά και τα όρια της. Όλα τα μπορούν οι άνθρωποι, μα κι όλα έχουν τους περιορισμούς τους. Τα γεγονότα είναι καλοί δάσκαλοι, αλλά και αμείλικτα πολλές φορές. Ο πατέρας της Λεμονιώς δεν άντεξε την προσφυγιά, πατώντας το πόδι του απέναντι έφυγε, σαν να ήθελε να ξαναταξιδέψει πίσω στην πατρίδα. Σαν σύγχρονη Ιφιγένεια το Λεμονιώ της απαγορευόταν να θρηνήσει, να αποχαιρετίσει τον γεννήτορά της. Σαν ο ξένος να μην έχει δικαίωμα ούτε στο θάνατο, όπως δεν έχει και στη ζωή.

Άμωμοι εν οδώ… γιατί στο θάνατο είμαστε όλοι ίσοι.

Στη ζωή; στη ζωή είναι αλλιώς τα πράγματα…

Καλή τύχη, μείνε ζωντανός. Είναι η ευχή του πολέμου, της εξορίας, της πείνας. Η επιβίωση γίνεται το απόλυτο νόημα. Οι σαραβαλιασμένες ψυχές στοιβάζονται και η αξιοπρέπεια συνθλίβεται στις μυλόπετρες της πείνας.

Ζήσε και για μας, λένε όσοι χαθήκανε ή μείνανε πίσω…

Ο πόλεμος, η προσφυγιά σε κατακτούν όπως το λάδι που σου βάζει ο παπάς, σε ξαναβαπτίζει, είσαι άλλος. Η μνήμη χάνεται, το μέλλον χάνεται, το παρόν γίνεται ένα ναρκωτικό για να αντέξουν οι αισθήσεις. Για να αντέξει ο άνθρωπος τον πόνο, την δυστυχία, την ταπείνωση, μα κυρίως την πείνα.

Που τη βρίσκουν οι άνθρωποι την ελπίδα αναρωτιέμαι. Τι τους κάνει δυνατούς; Μα πάλι θα πω το νόημα, η ίδια η ζωή, οι άλλοι που περιμένουν, οι μικρές ανάσες και τα μεγάλα όνειρα. Ίσως δεν είναι τυχαίο που πάντα κάποιος μένει πίσω, σαν φώλι που περιμένει ως μήτρα να ξαναγεννηθούν οι άνθρωποι και να ξανασυναντηθούν μεταξύ τους και με τα νοήματά τους. Αν κάποιος σε περιμένει, έχεις κάτι να περιμένεις. Όταν το μέλλον είναι ζόρικο το παρελθόν γίνεται το μέλλον που λαχταράς. Και απαλύνει τον πόνο του τώρα.

Πως να νιώσεις ελεύθερος μέσα στη δίνη της προσφυγιάς; Τι σημασία έχει ο άνθρωπος όταν του δίνουν μια ανοίκεια ταυτότητα; Τι σε περιμένει σε ένα καμιόνι που δεν γνωρίζεις προς τα που πηγαίνει; Ίσως αυτό που έχει σημασία Λεμονιώ είναι πως όλα αυτά τα σκέφτεσαι, θα της πω παρηγορητικά. Η αυτοσυνειδησία είναι ένα παράθυρο νοήματος, ένα παράθυρο προς την ελευθερία.

Σελ. 190: «Ο θυμός γίνεται οργή, η οργή βλαστήμια, η βλαστήμια παράπονο, ένα σουβλερό παράπονο χωρίς φωνή και λυγμό, που σε σέρνει στο ξέντυμα των πραγμάτων για να ανακαλύψεις τη μοναξιά. Μοναξιά εγκαταλειμμένη κι από τον εαυτό της κι αυτή μονάχη, σαν ηχώ που χάνεται στην αναζήτηση του εαυτού της», γράφει ο συγγραφέας.   

Το παράπονο της προσφυγοπούλας Λεμονιώς γίνεται ο νέος σκοπός, το καινούργιο τραγούδι της ζωής της. Ο πρόσφυγας αγγίζει την υπαρξιακή του μοναξιά, αν την παλέψει τότε θα ζήσει. Θα ζήσει όπως ορίζει το ανθρώπινο πεπρωμένο, μόνος μαζί με άλλους ανθρώπους.

Νέα χώρα, νέα ζωή, νέες προοπτικές, έστω και από το πουθενά. Έτσι είναι η ζωή, όπου και να πετάξεις ένα σπόρο κάπως αυτός θα προσπαθήσει να ανθήσει.

Αν παρατηρείς σωστά τότε ο πόνος και το πάθος, η ευτυχία και η αδιαφορία που γεννούν και που αφήνουν τα χνάρια τους στα πρόσωπα και στις ψυχές μας είναι που δίνουν νόημα στη ζωή. Εκεί θα βρεις και την ομορφιά στους ανθρώπους.

Τα μάτια μεγαλώνουν στο σκοτάδι, γινόμαστε πιο σοφοί καμιά φορά όταν παλεύουμε τις δυσκολίες. Η ευτυχία, μας λέει ο συγγραφέας, παραπλανά και η δυστυχία μπορεί να εγείρει τον πόνο σε ελπίδα εάν προλάβει και δεν γίνει μίσος (σελ. 219).

Το ψυχικό τραύμα γίνεται η ρωγμή να φυτευτούν νέοι σπόροι. Στα ρημάδια της ζωής ξαναχτίζονται οι ελπίδες μιας νέας, αρκεί να προστατέψεις τις αξίες σου. Το είναι σου στο κέντρο, ο πυρηνικός σου εαυτός, να κρατιέται αναμμένος. Η ελπίδα και η λησμονιά, είναι το χαρμάνι της νέας ζωής, εκεί που θα ανθίσουν οι νέοι έρωτες, όχι σαν τους παλιούς, ίσως με καλύτερη ανθοφορία, όπως της Λεμονιώς, ίσως όχι. Όταν συναντιούνται δύο ψυχές με τις ίδιες λαβωματιές αυτός που τις έχει επουλώσει κάπως μπορεί να γίνει ο θεραπευτής των τραυμάτων και των άλλων. Οι άνθρωποι μπορούν να γιατρέψουν τα τραύματά μας και μόνο αυτοί. Η αποδοχή τους και η αγάπη τους, η αλληλοεκτίμηση, η αλληλεγγύη, ο σεβασμός. Ο κοινός πόνος γίνεται το χωράφι για να νιώσουν οι άνθρωποι μια νέα πατρίδα. Για να έχει ξανά νόημα η ζωή τους…

Όλα να τα λέμε Λεμονιώ -της λέει ο άντρας της- για να αντέξει η σχέση μας, είναι η φράση που ζυμώνει την ανθρώπινη ανάγκη για μοίρασμα και στοιχειοθετεί το μεγαλειώδες αλλά και δύσκολο εγχείρημα των ανθρώπινων σχέσεων.

Ωστόσο ο φόβος και η παρρησία πάνε καμιά φορά μαζί. Η από φόβο σιωπή πληγώνει την ψυχή, μονάχα στη σιωπή του εσωτερικού σου εαυτού θα βρεις την πνευματικότητά σου, αναφέρει ο συγγραφέας διά στόματος ενός αρχιμανδρίτη, θείου του άντρα της Λεμονιώς. Αυτές οι έννοιες ανοίγουν το δρόμο για μια νέα μετανάστευση, ο φόβος και η παρρησία. Η ανάγκη να θραφεί διαφορετικά η ζωή. Πόσες τέτοιες περιπτώσεις ανθρώπων δε γνωρίζουμε. Ανθρώπων που αναζητούν μια άλλη τύχη και παίρνουν το ρίσκο να μεταφυτευτούν σε άλλους τόπους κι άλλους πολιτισμούς.

Έκαστος κατά διάνοια τολμάν επικαλείστε

Ο φόβος του φόβου, ο πειρασμός της εξουσίας, η φθορά και η διαφθορά, η ταπείνωση και η γενναιότητα. Η ζωή κι ο θάνατος. Οι ουρανοί τους χωράνε όλους, η γης ελάχιστους. Οι άνθρωποι γίνονται θεοί και αποκτούν δικαίωμα στις ζωές των άλλων. Οι θρησκείες μπροστά, αιμοσταγείς κι αδυσώπητες, παρήγορες και θεραπευτικές. Καταδιωκόμενοι και διώκτες ένα ανθρώπινο χαρμάνι. Και παντού ο φόβος, ο φόβος του άλλου, της επικράτησης του άλλου σαν η γης να μη μας χωρά όλους. Σα να βγαίνει η ανάγκη της επιβίωσης, αντάμα με την απληστία, κρατώντας σπαθί στο χέρι της και να ποτίζει με αίμα τη γης για να χορτάσει. Με το αίμα των αδελφών. Όπως συμβαίνει και σήμερα, χρόνια μετά τα γεγονότα που αφηγείται ο συγγραφέας, στους ίδιους τόπους, στα ίδια διακυβεύματα.

Ανθρώπων έργα στους κύκλους που κάνει η ιστορία. Οι άνθρωποι γίνονται το λίπασμα για να ανθίσουν οι κοινωνίες, χάνονται και βρίσκονται για να ξαναχαθούν σε μια προαιώνια διεργασία που λίγα λογιάζουμε πως και γιατί γίνεται. Κι ας έχουμε αναπτυχθεί τεχνολογικά κι ας έχουμε κυριαρχήσει (έχουμε στ’ αλήθεια) στη φύση. Την ανθρώπινη φύση ακόμη δεν τη μάθαμε, ωστόσο μάθαμε πως είναι στο χέρι μας. 

Τάφος σιωπή λαλεί, στο χέρι μας είναι  μοίρα του ανθρώπου να αναμορφώνει τη μοίρα του, αναφέρει προς το τέλος ο συγγραφέας.

Το γλυκό ψωμί, η γλυκιά κουβέντα, τα χείλη που μας ξεδιψάσουν, τα ζυμωμένα βιώματα, αυτό είναι η ζωή, η ζωή της Λεμονιώς και του Σταύρου Πρωτοσυγγέλου.

 

Κι όλα μοιάζαν ουρανός
Και ψωμί σπιτίσιο
Όλα μοιάζαν ουρανός
Και γλυκό γλυκό ψωμί

 

Είναι πατρίδα ο γάμος, είναι οι σχέσεις ο τόπος που θα κατοικήσει η ευτυχία μας;

Αδιαμφισβήτητα θα έλεγα και μέσω της σπουδής μου στον ανθρώπινο ψυχισμό ασκώντας περίπου τρεις δεκαετίες το επάγγελμα του ψυχοθεραπευτή. Οι σχέσεις, οι άνθρωποι, είναι το ρεύμα που φορτίζουμε την ύπαρξη μας με φως. Η διεργασία της φωτοσύνθεσης του ανθρώπου πραγματοποιείται στο πεδίο των σχέσεων, στην επανάσταση του καλού, στο μοίρασμα. Σαν κι αυτό μεταξύ του Λεμονιού και του Σταύρου. Που η ζωή τους έμαθε όχι μόνο να αγωνίζονται μα και να σκέφτονται, να μοιράζονται, να προσπαθούν για το καλό. Δύο ανθρώπους που βιώσαν την προσφυγιά και τη μεταμορφώσανε σε μια συνθήκη αέναης μετάβασης σε κάτι καλύτερο, σε ένα καλύτερο εαυτό, σε μια καλύτερη σχέση με τους άλλους, σε ένα καλύτερο τόπο.

Εξάλλου η ζωή δε σε αφήνει ποτέ ήσυχο, τα γεγονότα έρχονται δίχως να μας λαμβάνουν υπόψη. Και πάντα μας ζητούν απαντήσεις και πάντα μας αναγκάζουν σε μεταμορφώσεις. Μέσα στη δίνη και στις εναλλαγές των γεγονότων μονάχα εμείς μπορούμε να σώσουμε τις ψυχές μας και να τις δώσουμε το νόημα που θα τις θρέψει για να μας θρέψουν κι εκείνες.

Όπως λέει ο συγγραφέας δεν είμαστε υπεύθυνοι για τη μοίρα μας αλλά για την προσπάθεια να την αλλάξουμε. Το πεπρωμένο σα να λέμε είναι οι επιλογές μας, ο βαθύς σκοπός που θα μπλέξουμε τις ζωές μας και θα πορευτούμε εν ειρήνη προς το τέλος.

Σε αυτή την πορεία της ζωής πολλές φορές θα παλέψουμε, θα πιστέψουμε, θα απαρνηθούμε, θα μετακινηθούμε. Αλίμονο αν γίνει αλλιώς, αν μείνουμε εμονικά εστιασμένοι σε ένα νόημα, σε μια πλευρά της ιστορίας, σε μια εκδοχή του εαυτού μας. Η ζωή μας καλεί σε ένα συνεχόμενο ταξίδι εντός μας, σε μια διαρκή αναζήτηση του ασυνειδήτου μας. Η ζωή είναι σαν ένας γάμος, απαιτεί συνεχείς συνθέσεις και ανασυνθέσεις. Μας βάζει σε μπελάδες μα κάνει και χατήρια. Κυρίως όμως χρειάζεται να την τροφοδοτούμε με νοήματα εάν θέλουμε να είναι γεμάτη και να τη ζούμε ως το μεδούλι. Η ζωή μας είναι σαν ένα παιδί που θέλει τη φροντίδα μας κι αυτό με τη σειρά του θα μας δώσει πίσω πολλά ανταλλάγματα.

Η αλήθεια πάει πακέτο με την αμαρτία, το κακό αποδεικνύει την ύπαρξη του καλού, όπως το σκοτάδι μαρτυρά την ύπαρξη του φωτός.

Το μεγαλειώδες μυθιστόρημα που κρατάμε στα χέρια μας είναι ένα συγκλονιστικό αφήγημα για την ύπαρξη και τους σκοπούς της ζωής. Για το νόημα, τη μοίρα, τις επιλογές και τη δυνατότητα του ανθρώπου να ζει συνειδητά. Να αρπάξει τη ζωή και να ορίσει το πεπρωμένο του, το πεπρωμένο του όχι τα γεγονότα. Γιατί ίσως αυτό είναι το μεγαλύτερό μας λάθος, θέλουμε να ελέγξουμε τα γεγονότα κι όχι τις δικές μας επιλογές σε ότι μας φέρνει η ζωή.

Το Λεμονιώ φωτίζει το δρόμο…

Από τη φτωχική Ικαρία και τη δουλική εργασία στην Αθήνα, από τη ζωή που επιλέγουν οι άλλοι, μέχρι τους φωτισμένους διαδρόμους της πνευματικότητας που εκείνη θα ορίσει για τον εαυτό της. Μια διαδρομή που όπως λέει η ίδια «λίγα γράμματα έμαθα μα το μυαλό μου καλά με οδήγησε μέχρι τώρα στη ζωή». Η ζωή της Λεμονιώς αφήνει μια πικρόγλυκη γεύση πως όποια κι αν είναι η αφετηρία, όσες πίκρες κι αν φέρει η ζωή, εμείς μπορούμε να τη γλυκάνουμε με τα δικά μας νοήματα.

Το Λεμονιώ είναι μια γυναίκα που τολμά να αφήσει ακόμη και τα σίγουρα όταν νιώθει πως η ζωή της δεν αξιώνεται. Σαν να λέει πως δεν θα αφήσει τους αγώνες και τις θυσίες να πάνε χαμένες. Σαν να λέει πως το νόημα δεν βρίσκεται στην ασφάλεια μα στην διεκδίκηση να υπάρχουμε ισότιμα. Έστω κι αν ο τελευταίος σταθμός του ταξιδιού της προσφυγοπούλας προς τη διεκδίκηση αυτή είναι η άνια. Εξάλλου η άνια την έβαλε αυτή τη φορά σε θέση φροντίδας. Για πρώτη φορά η προσφυγοπούλα από την Ικαρία ένιωσε πως οι άλλοι είναι εκεί για να τη φροντίσουν. Η προσφυγιά της ανουσίας, εκεί που δεν ένιωθε τον πόνο, εκεί που η λησμονιά είναι η νέα προσφυγιά, εκεί είναι η νέα αναζήτηση του εαυτού. Η ανία ύπαρξη ήταν η τελευταία μάχη του Λεμονιού πριν την αιωνιότητα…

Γιοι και νύφες απέμειναν όσο να στερέψουν τα δάκρυα των γυναικών. Τα κρυφά των γιων δε στερέβουν ποτέ για τις μανάδες…

Είναι σπάνιο το χάρισμα κάποιος συγγραφέας με το έργο του να μας μεταφέρει μέσα στα γεγονότα πατώντας προσεκτικά πάνω στις ψυχές των ανθρώπων. Να μας κάνει να ζούμε τα γεγονότα της ιστορίας κι όχι να τα μαθαίνουμε ως γεγονότα. Τούτο δω το βιβλίο διαπνέεται από αυτό το χάρισμα κι ο συγγραφέας του επάξια έχει μια θέση στην ιστορία των καλών μυθιστοριογράφων. Δε θα μπορούσα τέλος να μην εξάρω τη γλώσσα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας. Εμπλουτισμένο λεξιλόγιο και σωστή χρήση της γλώσσας παρακινούν τον αναγνώστη σε ένα ταξίδι λέξεων, εικόνων και εμπειριών.

 

Καλή ανάγνωση.  Σας ευχαριστούμε ολόψυχα κε Φράγκο