Πίστευε και μη, ερεύνα. Η πίστη δίνει στον άνθρωπο μια οντολογική ασφάλεια. Του παρέχει όλα εκείνα τα στηρίγματα για να νοηματοδοτεί τη ζωή του. Η πίστη βέβαια δεν έχει μόνο θρησκευτικό περιεχόμενο. Δεν περιορίζεται στη θεολογία, αλλά στη γενικότερη ανάγκη του ανθρώπου να ερευνήσει τη φύση του και να δώσει απαντήσεις στα υπαρξιακά του ερωτήματα. Η πίστη επίσης δεν συνιστά τη δογματική υπεράσπιση μιας αντίληψης, αλλά διαχέεται όπως το φως, καθώς αντανακλά την επιθυμία του, τη βαθιά του πίστη στην αναζήτηση του καλού.
Στο πλαίσιο αυτό οι συμβολισμοί των ιστοριών, είτε αυτές προέρχονται από τη μυθολογία, είτε από την θρησκεία, είτε από την Ιστορία, χρειάζονται τις αντίστοιχες αποκωδικοποιήσεις και αντιστοιχήσεις με τα κοινωνικά συμφραζόμενα. Στη δική μας χριστιανική παράδοση τα πρόσωπα με τους μεγαλύτερους συμβολισμούς είναι του Χριστού και της Παναγίας. Ωστόσο υπάρχουν επιμέρους προσωπικότητες οι οποίες αξίζουν μια ιδιαίτερη προσοχή.
Στο θείο δράμα των Παθών, ο Ιούδας παραμένει ίσως η πιο αμφιλεγόμενη και ταυτόχρονα η πιο παρεξηγημένη μορφή. Παραδοσιακά, έχει ταυτιστεί με την προδοσία και την ηθική πτώση. Ο Ιούδας έγινε συνώνυμο της προδοσίας. Η μορφή του αντανακλά τη φιλαργυρία. Ίσως αναδεικνύει και την απογοήτευση για την ειρηνική επανάσταση που δεν άλλαζε τον κόσμου γύρω του. Ίσως αναδείκνυε και μια πρόκληση, δηλαδή να ωθούσε τον Ιησού στο να αποδείξει τη θεότητά του.
Ωστόσο, μια βαθύτερη ανάγνωση μάς καλεί να τον δούμε όχι απλώς ως τον «κακό» της ιστορίας, αλλά ως ένα πρόσωπο δομικά απαραίτητο για την εξέλιξη του ίδιου του Θείου δράματος.
Αν αφαιρέσουμε τον Ιούδα από την αφήγηση, το ερώτημα που προκύπτει είναι καίριο: πώς θα εξελισσόταν το γεγονός της Σταύρωσης; Οι Ρωμαίοι γνώριζαν ήδη ποιος είναι ο Ιησούς Χριστός. Η δημόσια παρουσία του, η διδασκαλία του και η αναταραχή που προκαλούσε δεν ήταν κρυφές. Γιατί, λοιπόν, χρειάστηκε η «υπόδειξη» του Ιούδα; Γιατί χρειάστηκε ο συμβολισμός του φιλιού; Η απάντηση φαίνεται να βρίσκεται όχι στην ιστορική αναγκαιότητα, αλλά στη συμβολική λειτουργία του Ιούδα. Η πράξη της προδοσίας δεν εξυπηρετεί απλώς την πλοκή του δράματος, την ενεργοποιεί, της δίνει κατεύθυνση, την ωθεί προς την κορύφωση.
Υπό αυτό το πρίσμα, ο Ιούδας δεν είναι μόνο προδότης, αλλά γίνεται φορέας μιας μετάβασης. Εκείνος που, μέσα από μια πράξη ρήξης, καθιστά δυνατή τη γέννηση του καινούργιου. Η «προδοσία» του μπορεί να ιδωθεί ως μια υπαρξιακή και συμβολική πράξη: για να αναδυθούν τα νέα νοήματα, κάτι παλιό πρέπει να διαρραγεί. Η πίστη, η βεβαιότητα, η ασφάλεια, όλα τίθενται υπό δοκιμασία.
Σε αυτή την ανάγνωση, ο Ιούδας δεν υποκύπτει απλώς στο πάθος των χρημάτων. Τα τριάντα αργύρια δεν αρκούν για να εξηγήσουν το βάθος της πράξης του. Αντιθέτως, μοιάζει να «εξαργυρώνει» κάτι πιο βαρύ: την ίδια την ανθρώπινη φύση. Αναλαμβάνει, θα λέγαμε, ένα ρόλο σχεδόν τραγικό, ένα ρόλο που προϋποθέτει τη διαρκή του καταδίκη στη συλλογική μνήμη. Γίνεται εκείνος που θα κουβαλήσει το βάρος της ενοχής, ώστε το δράμα να ολοκληρωθεί.
Αυτή η διάσταση τον φέρνει κοντά σε μια αντι-ηρωική, αλλά βαθιά υπαρξιακή μορφή. Σα να λειτουργεί ως «αντίστροφος σωτήρας»: δεν σώζει μέσω της θυσίας της ζωής του, αλλά μέσω της θυσίας της εικόνας του. Γίνεται ο φορέας του στίγματος, ο αποδέκτης της συλλογικής προβολής του κακού. Με έναν παράδοξο τρόπο, παίρνει πάνω του τις «αμαρτίες» των άλλων, όχι για να λυτρωθεί, αλλά για να ολοκληρωθεί το νόημα της θυσίας.
Η λογική αυτή δεν είναι ξένη στη λογοτεχνία και τη φιλοσοφία. Στο μυθιστόρημα «Αναφορά στον Γκρέκο» του Καζαντζάκη, συναντούμε μια ανάλογη μορφή, τον Νικολιό. Το παιδί που τόλμησε να πει στο δάσκαλο «σώπασε, να ακούσουμε τα πουλιά» μια αθώα, αλλά και ουσιαστικά ρηξικέλευθη πράξη. Η άρνησή του να υποταχθεί στην αυθεντία, η προτεραιότητα που δίνει στην άμεση εμπειρία της ζωής έναντι της επιβεβλημένης γνώσης, τον καθιστούν «ύποπτο». Είναι αυτός που προδίδει την κατεστημένη τάξη. Και όταν αργότερα ο δάσκαλος αναζητά ένα πρόσωπο για να προσωποποιήσει τον Ιούδα, δείχνει εκείνον. Όχι γιατί πρόδωσε κάτι, αλλά γιατί τόλμησε να διαφοροποιηθεί, γιατί, με έναν τρόπο, «διέκοψε» την κανονικότητα. Ο Νικολιός γίνεται έτσι ένας μικρός Ιούδας, όχι ως προδότης, αλλά ως φορέας της διατάραξης της «τάξης».
Αυτό μας οδηγεί σε μια ευρύτερη κατανόηση ότι κάθε κοινωνία φαίνεται να έχει ανάγκη από τέτοιες μορφές. Από ανθρώπους που, συνειδητά ή ασυνείδητα, αναλαμβάνουν το ρόλο εκείνου που θα κατηγορηθεί, θα στιγματιστεί, θα τοποθετηθεί στο περιθώριο. Είναι οι «μικροί Ιούδες» της καθημερινότητας. Αυτοί που μάλλον δεν εξαργυρώνουν απαραίτητα την πράξη τους, μια και συχνά δεν έχουν καν όφελος, παρά να στέκονται σε μια οριακή θέση, σαν να κατανοούν ή/και να διαισθάνονται, ότι η ύπαρξή τους εξυπηρετεί μια βαθύτερη λειτουργία.
Η λειτουργία αυτή σχετίζεται με την εξέλιξη, με την ανάγκη του συστήματος να μετασχηματίζεται. Για να αλλάξει κάτι, πρέπει πρώτα να διαταραχθεί η υπάρχουσα ισορροπία. Και εκείνος που θα φέρει αυτή τη διαταραχή, σπάνια αναγνωρίζεται ως ευεργέτης, αντιθέτως, γίνεται φορέας της ενοχής.
Ο Ιούδας, λοιπόν, μπορεί να ιδωθεί όχι μόνο ως πρόσωπο της προδοσίας, αλλά ως σύμβολο της αναγκαίας ρήξης, αυτής που ανοίγει το δρόμο για το νέο, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει την προσωπική καταδίκη εκείνου που την προκαλεί. Κι όπως για κάθε συμβολικό πρόσωπο το τελικό ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος ήταν ο Ιούδας πραγματικά, αλλά ποιον ρόλο παίζει, και θα συνεχίζει να παίζει, μέσα στις δικές μας ιστορίες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου