Ο έρωτας είναι ίσως η πιο ισχυρή εμπειρία της ανθρώπινης ζωής. Μπορεί να μας αναγεννήσει, αλλά και να μας καταστρέψει. Να μας ανοίξει προς τα έξω ή να μας κλείσει σε έναν εσωτερικό λαβύρινθο. Αυτή η διττή του φύση, ανάμεσα στην αυτοκαταστροφή και την αυτοπραγμάτωση, διατρέχει τόσο τη Μεγάλη Χίμαιρα του Μ. Καραγάτση όσο και τις σύγχρονες ψυχοθεραπευτικές αφηγήσεις που συναντά κανείς στο βιβλίο μου «Μετά τον έρωτα τι;».
Η Μαρίνα, η εμβληματική ηρωίδα της Μεγάλης Χίμαιρας, δεν αγαπά απλώς, αλλά επενδύει ολόκληρη την ύπαρξή της στον έρωτα. Ο έρωτας για εκείνη δεν είναι απλά μια σχέση, αλλά μια λυτρωτική εμπειρία. Είναι η προσδοκία ότι μέσα από τον άλλον θα αποκτήσει ταυτότητα, νόημα, ρίζες, έναν τόπο να ανήκει.
Αυτή ακριβώς είναι η «χίμαιρα» του Καραγάτση, όχι το όνειρο, αλλά η ψευδαίσθηση ότι το όνειρο μπορεί να αντικαταστήσει τον ίδιο τον εαυτό. Όταν όμως ο έρωτας καλείται να αντικαταστήσει τις διεργασίες της εσωτερικής συγκρότησης, γίνεται επικίνδυνος.
Ιδιαίτερη σημασία έχει, βέβαια, και το κοινωνικό φόντο που εξελίσσεται η ερωτική διεργασία δύο ανθρώπων που ψάχνουν το στίγμα τους. Ο έρωτας επέρχεται όχι μόνο ως ψυχικό στήριγμα του υποκειμένου, αλλά κι ως ρήξη με τις κοινωνικές συμβάσεις της αυστηρής παραδοσιακής κοινωνίας του νησιού της Σύρου, όπως κι ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας της εποχής. Ο έρωτας κουβαλά κάτι παραπάνω από τη συνάντηση δύο ανθρώπων, γίνεται το πέρασμα προς τη σωτηρία της ψυχής και την αφύπνιση της κοινωνίας.
Στο σημείο αυτό η λογοτεχνία συναντά την ψυχοθεραπεία. Σε πολλές προσωπικές ιστορίες ανθρώπων, ο έρωτας εμφανίζεται ως τελευταία ευκαιρία να καλυφθεί ένα εσωτερικό κενό, να δοθεί νόημα σε μια ζωή που μοιάζει μετέωρη, ή και να αποφευχθεί μια επώδυνη συνάντηση με τον εαυτό, τις ελλείψεις και τις ευαλωτότητές του.
Όταν όμως ο άλλος γίνεται το μοναδικό μας στήριγμα, τότε κάθε ρήγμα στη σχέση βιώνεται ως υπαρξιακή κατάρρευση. Η απώλεια του έρωτα δεν πονά μόνο επειδή χάνεται ο άλλος, αλλά επειδή χάνεται και ο εαυτός που είχαμε χτίσει πάνω του.
Ωστόσο, ο έρωτας δεν οδηγεί αναγκαστικά στην αυτοκαταστροφή. Μπορεί να γίνει πεδίο αυτοπραγμάτωσης, εφόσον δεν καλείται να σηκώσει βάρη που δεν του αναλογούν. Όταν ο άνθρωπος μπορεί να σταθεί ως ξεχωριστή ύπαρξη, ο έρωτας παύει να είναι χίμαιρα και γίνεται σύνθεση.
Η Μεγάλη Χίμαιρα μας δείχνει με αριστουργηματικό και δραματικό τρόπο (συμβάλλουν σε αυτό τόσο οι όμορφες ερμηνείες των πρωταγωνιστών, όσο και η εξαιρετική σκηνοθεσία του Vardis Marinakis) τι συμβαίνει όταν αυτή η μετάβαση δεν επιτυγχάνεται. Το «Μετά τον έρωτα τι;» δείχνει ότι ακόμη και μετά από έναν καταστροφικό έρωτα, η ψυχή μπορεί να ανασυνταχθεί.
Ο έρωτας δεν είναι ούτε σωτηρία ούτε καταδίκη της ψυχής. Είναι ένας καθρέφτης που αποκαλύπτει ό,τι είναι ήδη εκεί, τις ελλείψεις, τις ανάγκες, αλλά και τις δυνατότητες για προσωπική ανάπτυξη. Το ερώτημα επομένως δεν είναι αν θα πληγωθούμε ή όχι από (ή μετά) τον έρωτα, αλλά αν θα μπορέσουμε να υπάρξουμε πιο ολοκληρωμένοι από πριν.
Η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στη λογοτεχνική τραγωδία της Μαρίνας και τις ψυχοθεραπευτικές διαδρομές του «Μετά τον έρωτα τι;» δεν είναι η ένταση του έρωτα. Είναι η ύπαρξη ενός χώρου επεξεργασίας της αλήθειας που αυτός κουβαλά.
Η ψυχοθεραπεία δεν ακυρώνει τον έρωτα, τον μετασχηματίζει, του αφαιρεί το ρόλο του σωτήρα και τον επανατοποθετεί πρώτα ως στοιχείο αυτογνωσίας κι έπειτα ως κομμάτι της σχέσης με τον άλλο. Τον τοποθετεί εκεί όπου ο έρωτας δεν καλείται να μας ολοκληρώσει, αλλά να μας οδηγήσει, μέσω της αυτοπραγμάτωσης, σε δημιουργικές συνθέσεις με τον άλλο.
Μέσα από αυτή τη διαδικασία, ο πόνος του έρωτα μπορεί να γίνει γνώση. Η απώλεια, αφορμή για ανασύνταξη. Το τέλος, ένα πέρασμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου